Ενέργεια: Ο κορωνοϊός, οι ευάλωτοι του κλάδου και εκείνοι που έχουν «ανοσία»

88

  

Η πανδημία του COVID-19 έχει «παγώσει» την οικονομική δραστηριότητα με την ενέργεια, η οποία αποτελεί παραδοσιακά την κινητήριο δύναμη κάθε οικονομίας, να αποτελεί τη λυδία λίθο για ουσιαστική επιστροφή σε μια κανονικότητα η οποία να συνάδει με τους ευρωπαϊκούς στόχους (και τους ακόμη πιο φιλόδοξους ελληνικούς) για μια οικονομία χαμηλού άνθρακα. Το γενικευμένο lockdown και οι προβλέψεις για παγκόσμια ύφεση έχουν οδηγήσει φορείς και επιχειρήσεις να ανάγουν το θέμα της οικονομικής ανάκαμψης σε «πράσινη ανάκαμψη» ζητώντας αύξηση των επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ενώ κρίσιμος παραμένει ο ρόλος του φυσικού αερίου και του LNG τα οποία καθίστανται όλο και πιο ανταγωνιστικά.

Παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι η χαμηλή τιμή του πετρελαίου, παρά το γεγονός ότι καθιστά τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου ιδιαίτερα συμφέρουσες για την Ελλάδα (η οποία κατά 99% από εισαγωγές στο συγκεκριμένο τομέα), ίσως να αποτελεί τροχοπέδη για τις επενδύσεις στις Ανανεώσιμες Πηγές. Από την άλλη, το ΕΣΕΚ προβλέπει ότι έως το τέλος του 2030 το μερίδιο των ΑΠΕ θα ξεπεράσει το 35% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας ενώ θα αντιπροσωπεύει το 61% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

Όπως φαίνεται πάντως μέχρι στιγμής από τα μηνύματα που στέλνει η κυβέρνηση σε αυτόν τον τομέα, παρά την επερχόμενη ύφεση, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν είναι διατεθειμένοι να υποβιβάσουν τους στόχους της ενεργειακής μετάβασης.

ΑΠΕ: Κερδίζοντας το στοίχημα των επενδύσεων
Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας εξακολουθούν να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα της εθνικής και ευρωπαϊκής πολιτικής και μάλιστα εν μέσω της πανδημίας δείχνουν να πληθαίνουν οι εκκλήσεις για αύξηση των προϋπολογισμών προκειμένου η οικονομική ανάκαμψη να είναι μια κυρίως «πράσινη ανάκαμψη».

Το ΕΣΕΚ προβλέπει ότι έως το τέλος του 2030 το μερίδιο των ΑΠΕ θα ανέλθει σε περισσότερο από 35% της τελικής κατανάλωσης της ενέργειας ενώ θα ξεπεράσει το 61% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

Για να επιτευχθούν τα προαναφερόμενα, η χώρα θα πρέπει σχεδόν να διπλασιάσει στα επόμενα δέκα χρόνια την εγκατεστημένη ισχύ των ΑΠΕ. Από 10,2 GW σήμερα πρέπει να ανέλθει στα 19,1 GW. Προς αυτή την κατεύθυνση στην επόμενη δεκαετία θα επενδυθούν περίπου 43,8 δισ. ευρώ συνολικά προκειμένου να υλοποιηθεί το νέο ΕΣΕΚ εκ των οποίων τα 9 δις. θα αφορούν στην παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ.

Σε διεθνές επίπεδο σύμφωνα με όσα ανέφερε πρόσφατα ο Διεθνής Οργανισμός Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (IRENA), σε διεθνές επίπεδο απαιτείται να ξεκλειδώσουν συνολικά 110 τρισ. δολάρια επενδύεις, κάτι το οποίο μεταξύ άλλων θα ενίσχυε την αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 2,4% έως το 2050 σε σύγκριση με τα τρέχοντα σχέδια και θα τετραπλασίαζε τις θέσεις εργασίας στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών.

Μάλιστα, ο οργανισμός εκτιμά ότι κάθε 1 δολάριο που δαπανάται για την ενεργειακή μετάβαση θα έχει απόδοση 3 -8 δολάρια, περιορίζοντας το κόστος που σχετίζεται με την καταστροφή που προκαλείται από την κλιματική αλλαγή και τις θανατηφόρες επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην υγεία.

Λουμάκης: Πρώτης τάξεως ευκαιρία για την Ελλάδα να αφήσει πίσω της υφεσιακές πολιτικές
Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά, Στέλιος Λουμάκης, μιλώντας στο insider.gr κάνει μια αποτίμηση της παρούσας κατάστασης όπως αυτή έχει διαμορφωθεί εν μέσω της πανδημίας του COVID-19 και επισημαίνει τους παράγοντες που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα.

«Η πανδημία του COVID-19 επηρέασε δραματικά την οικονομική ζωή και δυστυχώς πολλές από τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών, ιδιαίτερα στην Δύση που απολαμβάνει δημοκρατικά πολιτεύματα. Αν μάλιστα αφουγκραστούμε τις ανησυχίες αρκετών για επανάκαμψη του ιού από το φθινόπωρο, είναι μονόδρομος να μάθουμε να ζούμε μαζί του και μάλιστα χωρίς την επιβολή μέτρων που εξοντώνουν την οικονομία, όπως τα lockdowns. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι ο COVID-19 ήρθε για να αφανίσει το ανθρώπινο είδος, οπότε αργά ή γρήγορα οι μηχανισμοί της ίδιας της φύσης μέσω της ανοσίας ή νωρίτερα ο άνθρωπος με εμβόλιο ή φάρμακα θα αποκαταστήσουν τις ισορροπίες. Στο μεσοδιάστημα, η θνητότητα που προκαλεί ο ιός ευτυχώς είναι εξαιρετικά χαμηλή – παρόμοια με εκείνη της γρίπης – αν ληφθεί υπόψη πως ο πληθυσμός που έχει εκτεθεί στον κορονοϊό αλλά δεν έχει εμφανίσει συμπτώματα ή ελεγχθεί μέσω τεστ είναι πολλαπλάσιος των φερόμενων ως επιβεβαιωμένων κρουσμάτων. Σημαντική είναι επίσης και η ηλικιακή κατανομή της θνητότητας του ιού, που πρακτικά ελάχιστα αφορά τον οικονομικά ενεργό και παραγωγικό πληθυσμό.

Υπό το φως των ανωτέρω οι κυβερνήσεις οφείλουν να προασπίσουν την οικονομική ελευθερία και το επίπεδο ζωής των πολιτών τους και να μην διολισθήσουν σε οικονομικώς απολυταρχικά μοντέλα διακυβέρνησης, που τουλάχιστον στον δυτικό ημισφαίριο όποτε δοκιμάστηκαν, δια της φτωχοποίησης που προκάλεσαν, εν τέλει κατέρρευσαν. Σε ό,τι αφορά το Green Deal νομίζω δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή προσφιλέστερος τρόπος για τα κράτη να αναζωογονήσουν τις οικονομίες τους από την επιτάχυνση της πράσινης ανάπτυξης και των ΑΠΕ, οι οποίες ως δραστηριότητα απευθύνονται σε όλα τα κοινωνικά, οικονομικά και γεωγραφικά στρώματα και διαμερίσματα. Για περιπτώσεις μάλιστα όπως η Ελλάδα που μόλις εξήλθε μιας βαθιάς δεκαετούς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, η ανάταξη από τον COVID-19 πέρα από πρόκληση συνιστά και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία ώστε να αποδείξει πως έχει οριστικά αφήσει πίσω της πολιτικές δογματικά υφεσιακές για τους πολλούς όπως αυτές των μνημονίων και πως δεν σκοπεύει να διολισθήσει πίσω.

Επειδή ωστόσο ο διάβολος κρύβεται και στα μικρά και καθημερινά, η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει πως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να τυγχάνουν πεδίου δραστηριοποίησης σε νέα έργα ΑΠΕ και δεν θα αφεθούν να εξοντωθούν από τον ανταγωνισμό των μεγαλύτερων που αναμένεται να ενταθεί λόγω και της κρίσης ρευστότητας που τροφοδοτεί η πανδημία. Προς την κατεύθυνση αυτή η θωράκιση του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ, η ισοκατανομή της ρευστότητας από τους Προμηθευτές για τις πληρωμές των παραγωγών ασχέτως αν πρόκειται για συμβατικούς ή ΑΠΕ και η δημιουργία πλαισίου σύμμετρης δραστηριοποίησης και των μικρών στην περαιτέρω ανάπτυξη έχουν καταλυτική σημασία. Ας υπενθυμίσουμε για παράδειγμα πως στα φωτοβολταϊκά πέραν των δύο έργων έως 500 kW ανά φυσικό πρόσωπο εκτός διαγωνισμού ΡΑΕ του ν. 4602, ο οποίος μάλιστα εφαρμόζεται αδίκως αναδρομικά προσμετρώντας έργα ακόμα και πριν την ψήφιση του, δεν υφίσταται σήμερα καν ειδική κατηγορία για την διεκδίκηση Τιμής Αναφοράς (ΤΑ) από τέτοιες επενδύσεις οι οποίες έτσι «ισοπεδώνονται» από άλλες δεκάδες φορές μεγαλύτερες και που δεν μπορούν να ανταγωνισθούν στους ενιαίους διαγωνισμούς. Δυστυχώς αν και προτείναμε πληθώρα παρεμβάσεων στο πρόβλημα, μέχρι στιγμής δεν έχει προχωρήσει κάτι».

Πετρέλαιο: Ο μεγάλος «ασθενής» της πανδημίας
Το πετρέλαιο έχει «χτυπηθεί» από το γενικό lockdown, τη μείωση των μετακινήσεων κατά πάνω από 80% ενώ τα απαισιόδοξα σενάρια για παρατεταμένη πτώση της ζήτησης λόγω της ύφεσης επηρεάζουν αρνητικά το κλίμα στην αγορά.

Το οικονομικό σοκ που έχει προκαλέσει ο κορονοϊός επηρεάζει αισθητά την αγορά του πετρελαίου. Με τις διεθνείς τιμές να κυμαίνονται γύρω στα 20 δολάρια (και να φθάνουν ενίοτε και τα -37 δολάρια το βαρέλι) και τις μεγάλες πετρελαϊκές να μειώνουν τη δραστηριότητά τους κατά 30%.

Στους μεγάλους χαμένους συγκαταλέγεται η αμερικανική βιομηχανία σχιστόλιθου. O Michael Bradley, διευθύνων σύμβουλος της Tudor Pickering Holt, δήλωσε ότι εταιρείες όπως η Conoco Philips και η Continental έχουν ήδη αναφέρει ότι θα κλείσουν το 25% έως το 30% της παραγωγής τους ενώ θα ακολουθήσουν και άλλες. Κάποιες μικρότερες μάλιστα θα αναγκαστούν να κλείσουν όλη την παραγωγή τους.

Σύμφωνα με δηλώσεις του διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση και η ανάκαμψη δεν θα είναι ούτε εύκολη, ούτε γρήγορη. Όπως προβλέπει ο ίδιος, η παγκόσμια ζήτηση το 2020 μπορεί να μειωθεί στα 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως από τα 100 βαρέλια, εξαιτίας του κορονοϊού. Προειδοποίησε μάλιστα ότι η πτώση της ζήτησης θα είναι μεγαλύτερη κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.

Πώς επηρεάζει η χαμηλή τιμή του πετρελαίου τις ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου
Οι ελληνικές επιχειρήσεις, ειδικά οι εταιρείες εμπορίας καυσίμων και τα πρατήρια συγκαταλέγονται στους κλάδους που έχουν πληγεί σημαντικά από το «πάγωμα» της οικονομικής δραστηριότητας. Η μεγάλη «χασούρα» προέρχεται από τα καύσιμα κίνησης τα οποία ακόμη και αν διατίθενται σε σχετικά χαμηλές τιμές, οι καταναλωτές-οδηγοί και επιχειρήσεις δεν δύνανται να επωφεληθούν από τη φθηνότερη βενζίνη ή το πετρέλαιο κίνησης και το υγραέριο λόγω του γενικού lockdown.

Τη στιγμή που στα καύσιμα κίνησης καταγράφεται πτώση κατά πάνω από 60%, ιδιαίτερη κινητικότητα παρατηρείται στο πετρέλαιο θέρμανσης η τιμή του οποίου έχει φθάσει στα 0,7 ευρώ το λίτρο με τη ζήτηση να έχει καταγράψει, μέσα στην άνοιξη, αύξηση ύψους 50%.

Ο κλάδος των καυσίμων βρίσκεται αντιμέτωπος με μια παρατεταμένη πτώση στη ζήτηση ενώ η τουριστική περίοδος στην οποία παραδοσιακά εναποθέτει τις ελπίδες του, είναι αν όχι χαμένη, σίγουρα «ψαλιδισμένη». Επιπλέον επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί η ρύθμιση για τις μεταχρονολογημένες επιταγές, η οποία στερεί από τις εταιρείες ζεστό χρήμα σε μια εποχή όπου δίνουν μάχη για να παραμείνουν ανοιχτές.

Σε τροχιά ανάπτυξης το φυσικό αέριο
Το φυσικό αέριο αναμένεται να αποτελέσει το ενδιάμεσο καύσιμο για τη μετάβαση σε ένα Σύμφωνα με τις προβλέψεις, η τελική κατανάλωση ενέργειας από φυσικό αέριο αναμένεται να αυξηθεί το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2020 κατά 56% στον οικιακό τομέα, κατά 31% στον τριτογενή τομέα και κατά 264% στον τομέα των μεταφορών.

Σειρά μεγάλων έργων όπως είναι οι αγωγοί φυσικού αερίου (TAP, IGB, East Med) και υποδομές LNG (Ρεβυθούσα, FSRU Αλεξανδρούπολης), θα συντελέσουν στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας καθώς προωθείται η πολλαπλότητα πηγών και η διαφοροποίηση των οδεύσεων.

Όπως προβλέπει το ΕΣΕΚ, η ηλεκτροπαραγωγή με το συγκεκριμένο καύσιμο από 5,2 GW (εγκατεστημένη ισχύς) το 2020 ανεβαίνει στα 6 GW το 2022 κι έπειτα στα 6,9 GW το 2025, για να ανέβει μόλις στα 7 το 2030.

Η παγκόσμια ζήτηση για υγροποιημένο φυσικό αέριο ή LNG αυξήθηκε κατά 12,5%, φθάνοντας τα 359 εκατομμύρια τόνους πέρυσι, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση LNG Outlook της Royal Dutch Shell.

Αναφερόμενη στις προβλέψεις για την πορεία της αγοράς, η Shell δήλωσε ότι η ζήτηση για ΥΦΑ αναμένεται να διπλασιαστεί μέχρι το 2040 στους 700 εκατομμύρια τόνους, με το φυσικό αέριο να διαδραματίζει «έναν αυξανόμενο ρόλο στη διαμόρφωση ενός ενεργειακού συστήματος χαμηλών εκπομπών άνθρακα».

Αλλαγές στην αγορά φυσικού αερίου
Ένα νέο σκηνικό στην αγορά φυσικού αερίου δημιουργεί η διείσδυση του LNG. ΄Όπως αναφέρει ο Δρ. Κώστας Ανδριοσόπουλος, μέλος του ΔΣ του Global Gas Center/World Energy Council και αντιπρόεδρος της ΔΕΠΑ, οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν πέσει σε ιστορικό χαμηλό (στις ΗΠΑ παραμένουν κάτω από το ψυχολογικό όριο των 2 δολαρίων/MMBTU). «Οι χαμηλές τιμές για το φυσικό αέριο αλλά και για το LNG θα συνεχιστούν και στους επόμενους μήνες λόγω της πανδημίας, του «παγώματος της παγκόσμιας οικονομίας» και της πτωτικής πορείας της ζήτησης. Εννοείται ότι όταν οι τιμές LNG είναι χαμηλές, αυτόματα ανταγωνίζονται το αέριο του αγωγού και αυτό δημιουργεί ένα εντελώς νέο τοπίο στην αγορά».

Το LNG, κυρίως μέσω της spot αγοράς δημιουργεί νέα δεδομένα και είναι εξίσου ανταγωνιστικό με το αέριο μέσω αγωγού, με αποτέλεσμα το πρώτο να διεισδύει στην αγορά με ανταγωνιστικές τιμές. Αυτό αλλάζει και τα δεδομένα στην ελληνική αγορά, στην οποία αξίζει να σημειωθεί ότι αντίθετα με την πορεία της ζήτησης στις διεθνείς αγορές, όπου κινήθηκε πτωτικά λόγω του lockdown, η ελληνική κατανάλωση LNG αυξήθηκε έως και 20% τον Μάρτιο σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο.

Όσον αφορά στις ελληνικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία του α’ τριμήνου, η «Mυτιληναίος» κατέχει μερίδιο που ξεπερνά το 40% των συνολικών ποσοτήτων που εισάγονται στο ελληνικό σύστημα αερίου είτε από αγωγό είτε από τη Ρεβυθούσα. Η ΔΕΠΑ κατέχει μερίδιο λίγο πάνω από το 30%, ακολουθεί η Elpedison, με μερίδιο 15% ενώ το υπόλοιπο 15% μοιράζονται η Prometheus Gas, η ΔΕΗ και ο Ήρωνας.

insider.gr