Ευκαιρία για αναθεώρηση της ενεργειακής πολιτικής

101

  

Μπορεί οι υψηλές τιμές φυσικού αερίου και κατ’ επέκταση αυτών του ηλεκτρισμού να ευρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής των Βρυξελλών και των εθνικών κυβερνήσεων, και η διαχείριση της τρέχουσας δύσκολης κατάστασης στις ενεργειακές αγορές να αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα, όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για να μη δούμε τη μεγαλύτερη εικόνα. Που δεν είναι άλλη από το τραγικό έλλειμα ενεργειακής προμήθειας της Ευρώπης, και ως εκ τούτου τις τεράστιες εισαγωγές πετρελαίου και αερίου.

Σε πρώτο πλάνο από πλευράς προτεραιοτήτων είναι ασφαλώς η δομή και η λειτουργία του ευρωπαϊκού ενεργειακού μοντέλου τόσο σε ό,τι αφορά την αγορά ηλεκτρισμού, δηλαδή του target model, όσο και αυτή του φυσικού αερίου. Με την τελευταία προφανώς να μην έχει σχεδιασθεί να λειτουργεί σε συνθήκες συνεχώς μειούμενης προμήθειας.

Με αποτέλεσμα πολύ υψηλή μεταβλητότητα και τεράστιες διακυμάνσεις τιμών, όπου στο διάστημα των τελευταίων 12 μηνών η χονδρική τιμή του αερίου στο Ολλανδικό TTF (το ευρωπαϊκό σημείο αναφοράς) από τα €20 τη μεγαβατώρα που ήσαν οι τιμές το α’ εξάμηνο του 2021, αυτή να εμπορεύεται πλέον πάνω από τα €200/MWh, έχοντας κορυφωθεί στα €346,5/MWh στις 26 Αυγούστου.

Χωρίς αμφιβολία ο αδύναμος κρίκος της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς είναι το φυσικό αέριο, σημαντικές ποσότητες του οποίου διαπραγματεύονται μέσα από gas hubs (όπως αυτό του TTF). Εδώ φαίνεται ότι θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες της Κομισιόν με στόχο την εισαγωγή μηχανισμού για τον καθορισμό ανώτατης τιμής αερίου, παρά τις μεγάλες δυσκολίες εφαρμογής και την απειλή της Ρωσίας να αναστείλει πλήρως τις παραδόσεις στην Ευρώπη.

Ομως παρά τις προσπάθειες της Κομισιόν για την επίτευξη χαμηλότερων τιμών, το βασικό πρόβλημα, δηλαδή το έλλειμα ενεργειακής προμήθειας, παραμένει. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το εν λόγω έλλειμα οι ευρωπαϊκές χώρες καταφεύγουν σε αυστηρά προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας και στην εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών τροφοδοσίας με ιδιαίτερα υψηλό κόστος. Αυτό συμβαίνει όταν αίφνης μια ολόκληρη ήπειρος μέσα σε λίγους μήνες απολύει έναν από τους βασικούς ενεργειακούς της προμηθευτές.

Για αυτό, σε δεύτερο πλάνο, πέρα και πάνω από τη διαχείριση της δύσκολης ενεργειακής καθημερινότητας, η ΕΕ θα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα τον επανασχεδιασμό της ενεργειακής της πολιτικής με κεντρικό άξονα την βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας.

Σήμερα η Ευρώπη παράγει μόνο το 11% του φυσικού αερίου που καταναλώνει. Η τρέχουσα κρίση απέδειξε την αναγκαιότητα για ασφαλείς πηγές προμήθειας πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα, οι οποίες μαζί με τα πυρηνικά, καλύπτουν βασικές ανάγκες, ιδίως φορτία βάσης, στην ηλεκτροπαραγωγή – χωρίς αυτά οι ΑΠΕ δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Η Ευρώπη έχει κάθε συμφέρον να θέλει να αξιοποιήσει τα εγχώρια αποθέματα αερίου που διαθέτει και υπολογίζονται συνολικά στα 10 – 12 τρισ. κυβικά μέτρα.

Αυτά μπορούν να καλύψουν το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της για περισσότερα από 40 χρόνια. Απαντώνται δε στη Βόρεια Θάλασσα, στη Μαύρη Θάλασσα, στην Αδριατική, στο Ιόνιο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ελλάδα και Κύπρος μαζί εκτιμάται ότι καλύπτουν το 35% με 40% αυτών των αποθεμάτων. Η πρόσφατη ανακάλυψη του κοιτάσματος Κρόνος στην Κυπριακή ΑΟΖ έρχεται να επιβεβαιώσει αυτές τις εκτιμήσεις.

Κωστής Σταμπολής

ot.gr