Η κατάρρευση της οικοδομής στην κρίση και οι ευκαιρίες για ενεργειακή αναβάθμιση

161

  

Περίπου 42.320 πολυκατοικίες κατασκευάστηκαν στην Ελλάδα στην δεκαετία 2011 – 2020 ενώ τις προηγούμενες δεκαετίες ο αριθμός των νέων πολυκατοικιών ήταν σχεδόν οκταπλάσιος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση «μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την κινητοποίηση επενδύσεων για την ανακαίνιση και μετατροπή του εθνικού κτιριακού αποθέματος» του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), στην δεκαετία 2001 – 2010 κατασκευάστηκαν στη χώρα μας 284.339 νέες πολυκατοικίες, ενώ άλλες 773.626 κατασκευάστηκαν στην εικοσαετία 1981 – 2000.

Η πλειοψηφία του κτιριακού αποθέματος σε πολυκατοικίες είναι, όμως, αρκετά παλαιότερο. Περίπου 904.900 πολυκατοικίες έχουν κατασκευαστεί την περίοδο 1961 και 1980, ενώ υπάρχουν και 331.165 που είναι ακόμα παλαιότερες αφού κατασκευάστηκαν μεταξύ 1941 και 1960. Τέλος 178.479 πολυκατοικίες έχουν κατασκευαστεί μεταξύ του 1920 και του 1940.

Συνολικά, δηλαδή, το κτιριακό απόθεμα της χώρας αποτελείται από 2.116.707 πολυκατοικίες και άλλα 2.514.821 μονοκατοικίες. Στην έκθεση του ΥΠΕΝ επισημαίνεται πως πάνω από τις μισές κατοικίες (55,7%) έχουν κατασκευαστεί πριν το 1980, δηλαδή πριν την εφαρμογή του Κανονισμού Θερμομόνωσης Κτιρίων (ΚΘΚ) και ως εκ τούτου δεν έχουν καμία θερμική προστασία.

Στο κτιριακό απόθεμα πρέπει να προστεθούν και άλλα 4.853.172 επαγγελματικά κτίρια (από ξενοδοχεία μέχρι νοσοκομεία και αποθήκες). Τα πλέον ενεργοβόρα θεωρούνται τα κτίρια που στεγάζουν την κεντρική και αποκεντρωμένη διοίκηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και άλλους φορείς του δημοσίου που υπολογίζονται σε 112.000. Πάντως, σε αντιδιαστολή με τις κατοικίες, το 38,7% των επαγγελματικών κτιρίων έχει κατασκευαστεί πριν το 1980 ενώ το 59% μέχρι το 2010.

Το παλαιό κτιριακό απόθεμα, κυρίως σε κατοικίες, δείχνει και τα σημαντικά περιθώρια εξοικονόμησης ενέργειας. Στην έκθεση εκτιμάται πως έως το τέλος της πενταετίας 2015-2020, αναμένεται ο συνολικός αριθμός κτιρίων κατοικίας, τα οποία θα έχουν ανακαινιστεί ενεργειακά να ανέλθει περί τα 110.000 κτίρια.

Πρόκειται για παρεμβάσεις που θα αποφέρουν κατά μέσο όρο εξοικονόμηση ενέργειας της τάξης του 35% και θα μπορούν να χαρακτηριστούν μέτριας έντασης. Πρόκειται, πάντως, για πολύ μικρό αριθμό σε σύγκριση με τα μεγάλης ηλικίας κτίρια κατοικιών και γι’ αυτό το λόγο το ΥΠΕΝ προωθεί ήδη το νέο πρόγραμμα «Εξοικονομώ», ενώ θα εντάξει ένα πολύ μεγάλο αντίστοιχο πρόγραμμα στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) προβλέπει πως «θα δρομολογηθεί η ενεργειακή αναβάθμιση του 12-15% των κτιρίων ή/και κτιριακών μονάδων, εντός της δεκαετίας 2021-2030 μέσω στοχευμένων μέτρων πολιτικής έως το έτος 2030. Συνολικά η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του κτιριακού αποθέματος αναμένεται να οδηγήσει σε 8 δισ. € αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν πάνω από 22 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης».

Στην έκθεση παρουσιάζονται διάφορα σενάρια για το κόστος και τα κεφάλαια που θα απαιτηθούν για την ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος ώστε να καλυφθούν οι δεσμεύσεις της χώρας. Οσον αφορά τις εργασίες που θα απαιτηθούν επισημαίνει πως «τεχνικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η αναβάθμιση μόνο του κτιριακού κελύφους μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά στη συνολική εξοικονόμηση ενέργειας του κτιρίου, σε ποσοστά που μπορούν να κυμαίνονται από 25% μέχρι και 75% της συνολικής εξοικονομούμενης ενέργειας από μερική ή ριζική ανακαίνιση του κτιρίου, ανάλογα με την κλιματική ζώνη και τη χρήση του.

Όμως αυτές οι επεμβάσεις είναι μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου και θα χρειαστούν ειδικά μέτρα στήριξης για να προχωρήσουν. Όπως αναφέρεται, «λαμβάνοντας υπόψιν ότι ειδικά στον οικιακό τομέα – που ευθύνεται και για το μεγαλύτερο μερίδιο της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στα κτίρια (Σχήμα 20) – ο ρυθμός κατασκευής νέων κτιρίων είναι σχετικά μικρός και αναμένεται να διατηρηθεί χαμηλός στο μέλλον, η ενεργειακή αναβάθμιση παλαιών κτιρίων είναι πολύ μεγάλης σημασίας. Συνεπώς θα πρέπει ήδη μέχρι το 2030 να έχει αναβαθμιστεί ενεργειακά το κέλυφος του 23% των παλαιών κτιρίων κατοικίας, ενώ το ποσοστό αυτό θα πρέπει να διπλασιαστεί σχεδόν μέχρι το 2040 για να φτάσει στο 50% το 2050».

Υπενθυμίζεται πως τα τελευταία χρόνια, με τα προγράμματα «Εξοικονομώ» σχεδόν το σύνολο των νοικοκυριών προχώρησε σχεδόν αποκλειστικά σε ελαφριές ανακαινίσεις (κουφώματα), ενώ υπήρξαν καθυστερήσεις στο σχεδιασμό για την ενεργειακή αναβάθμιση κρατικών κτιρίων. Η τάση αυτή προβλέπεται πάντως να συνεχιστεί.

Με βάση τα μοντέλα που περιλαμβάνονται στην έκθεση, το μέσο ετήσιο κόστος που θα απαιτηθεί για να καλυφθούν οι εθνικοί στόχοι εξοικονόμησης για τις κατοικίες, αυξάνεται από τα περίπου 9 δισ. ευρώ το 2015 σε σχεδόν 15 δισ. για την περίοδο 2020 – 2030. Σ’ αυτά τα ποσά πρέπει να προστεθούν άλλα 6 δισ. ευρώ ετησίως που θα απαιτηθούν με βάση το ΕΣΕΚ μέχρι το 2030 για την ενεργειακή αναβάθμιση επαγγελματικών κτιρίων.

Δηλαδή συνολικά κάθε χρόνο πρέπει να δαπανώνται περί τα 21 δισ. ευρώ σε δαπάνες για συσκευές και ενεργειακά συστήματα εξοικονόμησης, έργα ανακαίνισης κελύφους κτιρίων και σε αλλαγές του τύπου καυσίμου που χρησιμοποιείται για θέρμανση / ψύξη ή άλλες ανάγκες.

Φώτης Κόλλιας

euro2day.gr