Η σύνταξη δασολογίoυ και Κτηματολογίου ως δυνατότητα αδάπανης αναγνώρισης των υφιστάμενων δικαιωμάτων των πολιτών

176

  

Η σύνταξη δασολογίου και Εθνικού Κτηματολογίου αποτελούν υποχρέωση του κράτους (άρθρο 24 παρ΄1 και 2 του Συντάγματος και συμβατική υποχρέωση της χώρας, η οποία μάλιστα υλοποιείται με μεγάλη καθυστέρηση.

Ι. Η σύνταξη δασολογίου, θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι η δασική χαρτογράφηση αποτελεί μέσο για τη διασφάλιση βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος, δηλαδή , θεμελιώδους σημασίας συλλογικό αγαθό προστατευόμενο από το Σύνταγμα.

Έτσι, ο Συνταγματικός νομοθέτης υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση να λάβουν όλα τα πρόσφορα και αναγκαία- προληπτικά ή κατασταλτικά, νομοθετικά και κανονιστικά ή ατομικά- μέτρα, τα οποία διασφαλίζουν την αποτελεσματική και αέναη διατήρηση του δάσους, ανεξάρτητα αν πρόκειται για δημόσιες ή ιδιωτικές δασικές εκτάσεις.

Βασική δε συνιστώσα της προστασίας αυτής, κατά ρητή συνταγματική επιταγή είναι η σύνταξη και τήρηση δασολογίου, στο οποίο αποτυπώνονται με ακρίβεια τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, που αποτελούν το αντικείμενο της προηγούμενης προστασίας (ΣΤΕ.1110/2019,881/ 2019,1203/2017,805/2016).

ΙΙ. Η σύνταξη του κτηματολογίου- η δεύτερη κατ΄άρθρο 24 του Συντάγματος υποχρέωση- ρυθμίζεται με τις διατάξεις περί χωροταξικής αναδιαρθρώσεως της χώρας, αποσκοπεί, δηλαδή, εξ ορισμού, στη διασφάλιση ποιοτικού οικιστικού, ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, αποβλέποντας, παράλληλα και στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, χωρίς την οποία η διαμόρφωση βιώσιμου οικιστικού περιβάλλοντος δεν είναι νοητή.

Η διττή αυτή λειτουργία του Κτηματολογίου αποβλέπει στη χάραξη και εφαρμογή πολιτικής γης και αναπτυξιακού σχεδιασμού- σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο- προστασίας του περιβάλλοντος , των φυσικών πόρων και οικοσυστημάτων, τη διασφάλιση της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και στην ασφάλεια των συναλλαγών.

Οι δύο συνταγματικές αποστολές, του Δασολογίου και του Κτηματολογίου, όπως γίνεται δεκτό από το Συμβούλιο Επικρατείας δεν μπορούν να ιεραρχηθούν με βάση τη σημασία τους, αφού, άλλωστε, προβλέπονται από τυπικώς ισόκυρες συνταγματικές διατάξεις (άρθρο 24 παρ. 1 και άρθρο 24 παρ. 2), είναι δε και ουσιαστικώς αλληλένδετες, διότι ούτε προστασία του φυσικού περιβάλλοντος νοείται χωρίς τη χωροταξική διάρθρωση των δραστηριοτήτων που το απειλούν και την εφαρμογή πολιτικής γης στηριζόμενης σε αξιόπιστα δεδομένα, ούτε είναι δυνατή η διασφάλιση βιώσιμου και ποιοτικού οικιστικού περιβάλλοντος χωρίς την αξιόπιστη οριοθέτηση και την αποτελεσματική προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και, μάλιστα, των δασών.

ΙΙΙ. Από το πεδίο αναφοράς του Εθνικού Κτηματολογίου δεν εξαιρούνται τα ακίνητα επί των οποίων αξιώνει (προβάλλει) ιδιοκτησιακά δικαιώματα το Δημόσιο, στα ακίνητα δε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα δημόσια δάση. Το Δημόσιο εξαιρέθηκε, μεν, αρχικώς, από το βάρος υποβολής δήλωσης των εγγραπτέων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του, αλλά με το ν. 4164/2013 (Α΄ 156), η υποχρέωση υποβολής δήλωσης επεκτάθηκε και σ’ αυτό, ορίσθηκε δε ότι και το Δημόσιο μπορεί να υποβάλει αίτηση διόρθωσης ή ένσταση με σκοπό τη διασφάλιση των δικαιωμάτων αυτών (άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2308/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 4164/2013).

Προκειμένου, όμως, η υποβολή δήλωσης εγγραπτέου ιδιοκτησιακού δικαιώματος εκ μέρους του Δημοσίου σχετικά με εκτάσεις δασικού χαρακτήρα για να είναι λυσιτελής και αποτελεσματική, ώστε να προστατεύεται το δικαίωμα αυτό από ιδιοκτησιακές αμφισβητήσεις, είναι επιβεβλημένος, κατά την έννοια των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο ακριβής προσδιορισμός των δασών και των δασικών εκτάσεων, δηλαδή η προηγούμενη κατάρτιση δασικών χαρτών, επί των οποίων θα στηρίζεται η δήλωση του Δημοσίου, εφόσον αυτή υποβληθεί.

Βάσει, εξάλλου, των ίδιων δασικών χαρτών, οι οποίοι, κατά τα προαναφερόμενα, αποτελούν τη βάση σύνταξης του Δασολογίου, θα είναι δυνατή και η διεκδίκηση εκ μέρους του Δημοσίου τυχόν ιδιοκτησιακού δικαιώματος, επ΄αυτών, στις περιφέρειες της χώρας στις οποίες ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου.

Η πλήρης και αξιόπιστη χαρτογράφηση των δασικού χαρακτήρα εκτάσεων, πέραν της ιδιαίτερης σημασίας της ως προϋποθέσεως για την υλοποίηση της αυτοτελούς συνταγματικής επιταγής για την σύνταξη δασολογίου, αποτελεί αναγκαία νομική προϋπόθεση και για την εκπλήρωση της δέσμης σκοπών δημοσίου συμφέροντος, στην οποία αποβλέπει, ομοίως ως συνταγματική επιταγή, η θέσπιση της υποχρέωσης για την σύνταξη εθνικού Κτηματολογίου.

Είναι, επομένως, συνταγματικώς επιβεβλημένη η χρονική προτεραιότητα της κατάρτισης των δασικών χαρτών έναντι του Κτηματολογίου. Ο συνταγματικός αυτός κανόνας, δεν έχει την έννοια της υποχρεωτικής ολοκλήρωσης του Δασολογίου προ πάσης ενάρξεως της διαδικασίας που οδηγεί στην κατάρτιση του Κτηματολογίου, αφού η προστασία του δασικού πλούτου διασφαλίζεται επαρκώς αν ο δασικός χάρτης κάθε περιοχής, δηλαδή η βάση του Δασολογίου, είναι στη διάθεση του Δημοσίου κατά το χρόνο υποβολής της δηλώσεως του εγγραπτέου ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή, το αργότερο, πριν οριστικοποιηθούν οι πρώτες εγγραφές, οι οποίες είναι ενδεχόμενο να έχουν πραγματοποιηθεί υπέρ τρίτων και παράγουν, από της οριστικοποιήσεώς τους, αμάχητο τεκμήριο υπέρ άλλου, δικαιούχου (ΣΤΕ 881/2019, 1203/2017, 807/2016).

Οι διαδικασίες αυτές αν και μπορούν να προχωρούν παράλληλα, η σύνταξη του δασολογίου προαπαιτούμενο της οποίας αποτελεί η επικύρωση των δασικών χαρτών, προηγείται των διαδικασιών σύνταξης του κτηματολογίου, πλην όμως σε καμιά περίπτωση, ιδίως στις Περιφέρειες για τις οποίες δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητος υπέρ του δημοσίου, οι διαδικασίες αυτές δεν μπορούν να προηγούνται του δασολογίου.
Όπως επεσήμανα και σε προηγούμενο ενημερωτικό σημείωμα μου με τον τίτλο « ΟΙ ΔΑΣΙΚΟΙ ΧΑΡΤΕΣ ΩΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ», οι διαδικασίες σύνταξης του κτηματολογίου εξελίσσονται «κανονικά», παρά την εξάμηνη παράταση που δόθηκε στις διαδικασίες επικύρωσης των δασικών χαρτών προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα που αναδείχθηκαν με την ανάρτηση των τελευταίων.

Η ηγεσία του Υπουργείου η οποία είναι ενήμερη για το σοβαρό αυτό πρόβλημα, δεν έχει απαντήσει όμως μέχρι σήμερα, έτσι, αν και η προθεσμία (έως 10 Ιουνίου 2021) που δόθηκε στους πολίτες έξι Δήμων του Ηρακλείου-Γόρτυνας, Φαιστού, Μινώα Πεδίάδος, Βιάννου και Αρχανών Αστερουσίων- από το γραφείο Κτηματογράφησης Ηρακλείου για την υποβολή αιτήσεων επανεξέτασης πιθανών σφαλμάτων, αποβλέπει στη διευκόλυνση των πολιτών με την αναμόρφωση των προσωρινών κτηματολογικών πινάκων, για να ακολουθήσει ασφαλέστερα η διαδικασία της ανάρτησης των οριστικών, πιστεύω παρά ταύτα για όλους τους προηγούμενους λόγους ότι είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί άμεσα η θέση του Υπουργείου επ’ αυτού.

Είναι προφανές ότι η συνέχιση της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων επανεξέτασης δεν πρέπει να διακοπεί, αλλά επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη για την καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωση της, οι προθεσμίες ολοκλήρωσης του δασολογίου η οποία κατ΄ανάγκην, σύμφωνα με τα παραπάνω, προηγείται. Άλλωστε, η βιαστική, ατεκμηρίωτη πολλές φορές υποβολή νέων στοιχείων ενέχει από τη φύση της τον κίνδυνο νέων σφαλμάτων, ιδίως για δύο μεγάλες ενότητες ( κατηγορίες) ακινήτων ήτοι: (α) των προστατευόμενων από τη δασική νομοθεσία, που αποτελούν και το μείζον πρόβλημα, και (β) των εξ αδιαιρέτου κληροτεμαχίων οι δηλώσεις για τα οποία απορρίπτονται λόγω της απαγόρευσης κατάτμησης.

Για τα πρώτα τα «δασικά» αναπόφευκτα πρέπει να περιμένουμε την ολοκλήρωση των νομοθετικών πρωτοβουλιών που έχουν ανακοινωθεί, για οριζόντιες (καθολικές) ρυθμίσεις. Με ανάλογης λογικής ρυθμίσεις μπορούν να αντιμετωπισθούν και τα προβλήματα των κληροτεμαχίων η κατάτμηση των οποίων επιτρέπεται από το 2012, ενώ η προθεσμία επικύρωσης των «ανωμάλων δικαιοπραξιών», με την οποία παρακάμπτεται η απαγόρευση της ακατανόητης απαγόρευσης της κατάτμησης, έχει ήδη παραταθεί με το άρθρο 39 του Ν.4673/2020 για πέντε χρόνια από της δημοσιεύσεως του νόμου δηλαδή ως τις ///2024. Η παράταση αυτή εκφράζει έμπρακτα τη θέληση του νομοθέτη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με βάση την εμπειρία και την πρακτική του παρελθόντος.

Προφανώς η λύση αυτή, σε βάθος χρόνου, παρακάμπτει το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί , χωρίς όμως να λαμβάνει υπόψη της, ότι επιβαρύνονται χωρίς λόγο τα κατά τόπους Ειρηνοδικεία, οι δικαιούχοι (κληρονόμοι κατά βάση των αρχικών δικαιούχων) χωρίς να υπάρχει αμφισβήτηση (διεκδίκηση από τρίτο) της ιδιοκτησίας τους, οι τίτλοι κυριότητος τους αναμφισβήτητοι και καθυστερεί η ολοκλήρωση του κτηματολογίου με ότι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια των συναλλαγών, την ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος και εν τέλει τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Με δεδομένο λοιπόν ότι υπάρχει βούληση για την επίλυση του προβλήματος, πρέπει να αναζητήσουμε πιο γρήγορες, λιγότερο δαπανηρές και εξ΄ίσου ασφαλείς λύσεις, όπως την επικύρωση για παράδειγμα των «ανωμάλων δικαιοπραξιών» από τη διοίκηση, την επανεξέταση και αποδοχή των δηλώσεων των συνιδιοκτητών κληροτεμαχίων που έχουν απορριφθεί, χωρίς να απαιτείται νέα δήλωση, με την κατάθεση ιδιωτικών συμφωνητικών διανομής η μεταβίβασης λόγω πωλήσεως, δωρεάς, γονικής παροχής, με την κατάθεση ενόρκων βεβαιώσεων, όπως γίνεται άλλωστε στις περιπτώσεις έκτακτης χρησικτησίας κλπ.

Οι προστατευτικές διατάξεις του Αγροτικού νόμου, με τις οποίες επεδίωξε ο νομοθέτης να προστατεύσει τις ιδιοκτησίες των προσφύγων από καταπατήσεις και να διασφαλίσει τον σκοπό για τον οποίο παραχωρήθηκαν, με την απαγόρευση της κατάτμησης, παρά τις αλλεπάλληλες παρατάσεις που δόθηκαν στις διαδικασίες επικύρωσης των ανώμαλων δικαιοπραξιών, ενώ δεν έχουν πλέον λόγο ύπαρξης, το πρόβλημα αυτό εξακολουθεί να ταλαιπωρεί τους κληρονόμους των αρχικών δικαιούχων, τα δικαιώματα των οποίων δεν γίνονται δεκτά κατά τη σύνταξη των κτηματολογικών πινάκων, έτσι, στην καλύτερη για τους ίδιους περίπτωση, για να αναγνωρισθούν τα δικαιώματα τους αυτά, υποχρεώνονται χωρίς λόγο να υποβάλλονται σε σημαντικές δαπάνες για τη δικαστική αναγνώριση των αναμφισβήτητων ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων.

Πολλές φορές δε το κόστος της δικαστικής αναγνώρισης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους υπερβαίνει την αξία των μικρών ιδίως κλήρων.

Ευριπίδης Κουκιαδάκης

* Ο Ευρυπίδης Κουκιαδάκης είναι δικηγόρος.

patris.gr