Μια ανάλυση του “Εξοικονομώ – Αυτονομώ” και βασικών θεμάτων και προτάσεων

242

  

Η τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τους στόχους εξοικονόμησης ενέργειας (20% μείωση της κατανάλωσης το 2020 σε σχέση με το 2007), καταγράφει μια μεγάλη απόκλιση των Κρατών Μελών έναντι των στόχων για το 2020 (κατά 4-6% ετησίως). Με βάση την επικαιροποιημένη Κοινοτική “Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση” (2018/2002) ο στόχος για τα Κράτη Μέλη τέθηκε στο 32.5% για το 2030. Με δεδομένο το τρέχον ελλιπές αποτέλεσμα των υφιστάμενων μέτρων για το 2020, η απόσταση από τους στόχους ενεργειακής απόδοσης για το 2030 είναι μεγαλύτερη (περίπου 22% στην πρωτογενή και 17% στην τελική κατανάλωση ενέργειας).

Στην Ελλάδα, με βάση την απολογιστική έκθεση του 2020 για την συμμόρφωση με τους υποχρεωτικούς στόχους ενεργειακής εξοικονόμησης της Οδηγίας Ενεργειακής Απόδοσης, έως το τέλος του 2018, με τα μέτρα πολιτικής που είχαν υλοποιηθεί, η χώρα έχει πετύχει σωρευτική εξοικονόμηση 1,355 ktoe (όπου δεδομένης της απόκλισης χρησιμοποίησε και αρκετά αμφιλεγόμενα μέτρα όπως τους φόρους σε πετρελαϊκά προϊόντα, την επέκταση του Αθηναικού μετρό και τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων στα μέτρα πολιτικής που εξοικονομούν ενέργεια (με 252, 147 και 10 ktoe σωρευτικά)

Εάν λάβουμε υπόψιν μας το νέο πρόγραμμα Εξοικονομώ-Αυτονομώ (με πρώτη χρηματοδότηση 900 εκατ. €), όλη η γκάμα προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών θα πρέπει να αποφέρει 2,878 ktoe σωρευτική εξοικονόμηση το 2030. Σαν μέτρο σύγκρισης, τα αντίστοιχα Εξοικονόμηση κατ’οίκον Ι και ΙΙ είχαν σα στόχο μόλις 251 ktoe σωρευτικές εξοικονομήσεις έως το 2020 (άρα ουσιαστικά το νέο πρόγραμμα θα πρέπει να δωδεκαπλασιάσει τη δυναμική των Εξοικονόμηση Ι και ΙΙ!).

Μέχρι το 2018, ο στόχος των δύο προγραμμάτων έχει καλυφθεί κατά 65% επομένως το 2019-2020 πρέπει να έχουν καλύψει 35% ακόμα εξοικονομήσεων. Επιπλέον, με βάση τα στοιχεία του Εξοικονόμηση Κατ’ Οικον ΙΙ, το διαθέσιμο κεφάλαιο είναι 780 εκατ. € (συγκρίσημο με το νέο Εξοικονομώ – Αυτονομώ) όπου αφορούσε αυστηρά επεμβάσεις ενεργειακής εξοικονόμησης. Αντίθετα, στο νέο Εξοικονομώ-Αυτονομώ, μεγάλο μερίδιο του διαθέσιμου κεφαλαίου θα καταναλωθει για γενικότερες επεμβάσεις στο κτίριο καθώς και συστήματα ΑΠΕ, όπως έχει ανακοινωθεί έως ώρας (άρα και αναλογικά μπορεί να επιτευχθούν μικρότερες εξοικονομήσεις εφόσον κάποιο κεφάλαιο θα αναλωθεί σε δράσεις ενεργειακής αυτονομίας).

Με βάση το παρών πρόγραμμα, που έχει τεράστιο ενδιαφέρον από τους οικιακούς καταναλωτές, φάνηκαν αρκετά από τα δομικά προβλήματα των προηγουμένων. Πιο συγκεκριμένα, τα διαδικαστικά προβλήματα υλοποίησης, όπως η αδυναμία εξυπηρέτησης πολλών αιτήσεων λόγω των βάσεων δεδομένων τόσο των ΠΕΑ όσο και της (ΑΑΔΕ) δεν επέτρεψαν σε περισσότερους από τους μισούς εν δυνάμει δικαιούχους να υποβάλλουν καν αίτηση. Το ζήτημα βέβαια είναι περισσότερο σχεδιαστικό του προγράμματος, όπως έχει φανεί και στην αναποτελεσματικότητα τέτοιων δράσεων όταν υλοποιούνται στη λογική first-come first serve, το οποίο έχει ως ακολούθως.

Το Ευρωπαϊκό Συμβουλιο Ελεγκτών (European Court of Auditors) δημοσίευσε πρόσφατα (https://www.eca.europa.eu/en/Pages/DocItem.aspx?did=53483) μια έκθεση αποτίμησης των αντίστοιχων προγραμμάτων χρηματοδότησης ενεργειακών αναβαθμίσεων σε διάφορες χώρες και εξέδωσε συμβουλές προς τα Κράτη Μέλη έτσι ώστε να εναρμονιστούν τα προγράμματα αυτά με τις Κοινοτικές Επιταγές. Οι βασικές επιταγές είναι ότι τα κριτήρια επιλεξιμότητας τέτοιων επεμβάσεων στα χρηματοδοτικά προγράμματα (βλ. Και Εξοικονομώ Αυτονομώ αντίστοιχα) θα πρέπει να

  • Αποδεικνύουν τη σχέση κόστους (€) οφέλους (εξοικονομομούμενης ενέργειας) και να επιλέγονται κατά ιεράρχηση τέτοιου λόγου (όπου θα παρουσιάζονται εκτός των ΠΕΑ και η Καθαρή Παρούσα Αξία, χρόνος απόπληρωμής, μοναδιαίο κόστος ενεργειακής εξοικονόμησης). Το κριτήριο Κόστους Οφέλους εξάλλου είναι απαραίτητο για τη λήψη δημοσιών δαπανών και στην περίπτωση της ενεργειακής εξοικονόμησης (άρθρο 33 του Ευρωπαϊκου Κανονισμού Χρηματοδότησης) – συγκρίνοντας τα κόστη/οφέλη μας επιτρέπει να επιλέξουμε τις δαπάνες που αποφέρουν τη μεγαλύτερη εξοικονόμηση με τα μικρότερα κόστη.
  • Αποδεικνύουν ότι οι δράσεις υπερβαίνουν κάποια ελάχιστα (ή δεν υπερβαίνουν μέγιστα) όρια, τα οποία μειώνουν έτσι το ρίσκο ότι θα χρηματοδοτηθούν πολύ απλές δράσεις που θα συνέβαιναν ούτως η άλλως (π.χ. φωτισμός με μικρή περίοδο αποπληρωμής ειδικά από ανώτερα εισοδήματα) καθώς και δαπάνες πολύ ακριβές σχετικά με την ποσότητα εξοικονομούμενης ενέργειας (πχ με χρόνους αποπληρωμής μεγαλύτερων της αξίας ζωής των υλικών που εγκαθίστανται)
  • Αποδεικνύουν τη σχέση κόστους και οφέλους των συν-οφελών και εξωτερικωτήτων (πχ. Υγεία, κοινωνική συνοχή, αστική ανάπλαση, θέσεις εργασίας, μείωση ατμοσφαιρικής ρύπανσης, θερμική άνεση κλπ) και να δίνουν προτεραιότητα σε δαπάνες με μεγαλύτερο λόγο κόστους οφέλους.

Ειδικά στο θέμα των ελάχιστων ορίων, αν δεν υπάρχει μέγιστο επιτρεπόμενο όριο δαπάνης ανά μονάδα εξοικονόμησης, δημιουργείται ρίσκο χρηματοδότησης των έργων που έχουν σχετικά μικρές εξοικονομήσεις έναντι του κόστους τους. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να λαμβάνεται αυστηρά υπόψιν η περίοδος αποπληρωμής (και ενδεικτικά υπάρχουν 5,000 δράσεις στην πλατφόρμα De-Risking Energy Efficiency που κατά μέσο όρο έχουν 7 χρόνια αποπληρωμής (όταν πολλά προγράμματα σε διάφορες χώρες τελικά χρηματοδότησαν δαπάνες 9-24 ετών αποπληρωμής…). Επίσης, με βαση και την παρότρυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Ταμεία Συνοχής, όταν δίνονται επιδοτήσεις θα πρέπει να αφορουν βαθειά ανακαίνιση του κτιρίου (παραπάνω από τις ελάχιστες κοινοτικές απαιτήσεις) και να φτάνουν σε περισσότερο από 60% εξοικονόμηση.

Το πιο βασικό συμπέρασμα που δυστυχώς δείχνει το δομικό λάθος του Εξοικονομώ-Αυτονομώ είναι ότι χρησιμοποιεί το first-in first serve, το οποίο, όπως έδειξε η μελέτη για αντίστοιχα προγράμματα, δεν επιτρέπει την αποτίμηση του λόγου κόστους οφέλους των δαπανών (όπως προέβλεπαν τα παραπάνω τρία κριτήρια). Έχοντας σαν κριτήριο βασικό την ταχύτητα υποβολής αίτησης και αφήνοντας μεγάλο αριθμό εκτός, δεν μπορεί να γίναι πραγματική αξιολόγηση όλων των σχεδίων και να κατηγοριοποιηθούν με βάση τη σχέση κόστους οφέλους, άρα και μη συνάδοντας με τις Ευρωπαϊκές συμβουλές.  Στο συγκεκριμένο σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι το Εξοικονόμηση Κατ’ Οίκον Ι στην αρχική του φάση δημιουργούσε πάρα πολύ ακριβές εξοικονομήσεις (8 εκατ € / ktoe σε σύνολο κόστους) σε σύγκριση με άλλα αντίστοιχα προγράμματα επιδοτήσεων σε άλλες χώρες. Με την προσέγγιση αυτή που ακολουθείται δε μπορούμε να αποδείξουμε αποτελεσματικότητα κόστους και φυσικά να οδηγηθούμε σε βαθειά ανακαίνιση με βάση και τους στόχους (όπου θα υπάρχει το ρίσκο να μην φτάσουμε τον επιθυμητό αριθμό κατοικιών και να έχουμε πολύ ακριβές εξοικονομήσεις).

Οι λογικές προτάσεις στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσαν να είναι

  • Αλλαγή τροπου υποβολής με εξάντληση κεφαλαίων (first in first serve) ώστε να δίνεται συγκεκριμένη περίοδος χρόνου υποβολής όλων αιτήσεων χωρίς να αποκλείεται καμία εφόσον πληρεί φυσικά τα τυπικά κριτήρια (υπάρχουν διάφοροι τρόποι εναλλακτικοί ακολουθώντας το μοντέλο της Γεωγραφικής Κατανομής, με συγκεκριμένη χρονική περίοδο).
  • Αξιολόγηση όλων των αιτήσεων με βάση τη σχέση κόστους οφέλους (και ΚΠΑ, περιόδου αποπληρωμής κλπ) και των κριτηρίων μέγιστων και ελάχιστων ορίων. Τα σχέδια που θα προκρίνονται θα είναι αυτά με τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα κόστους ανά κατηγορία κτιρίου (ή αντίστοιχα άλλων υποκριτηρίων, όπως πχ γεωγραφικής κατανομής). Θα μπορεί πχ να τεθεί ένας λόγος ότι τα σχέδια με μοναδιαίο κόστος (€)/ όφελος (kWh εξοικονομούμενων) που είναι μικρότερα από ένα όριο θα προκρίνονται και έτσι πληρείται και το κριτήριο της αποτελεσματικόττητας.
  • Σοβαρή αποτίμηση του φαινομένου των free-riders (ενδεχομένως και με φορολογικούς ελέγχους για πραγματικά εισοδήματα), καθώς στις πρώτες φάσεις του προγράμματος θεωρητικά είχαμε επενδύσεις σε πολλά φτωχά νοικοκυριά (ενώ η ενεργειακή φτώχεια την περίοδο των πρώτων προγραμμάτων αυξήθηκε παραλλήλως). Ίσως λοιπόν κάποια πραγματική αποτίμηση της κατάστασης του ενδιαφερόμενου να βοηθούσε στο ποσοστό επιδότησης.
  • Δεδομένης της πολυπλοκότητας της σχέσης ιδιοκτήτη – ενοικιαστή (split-incentive όπου ενώ και οι δύο θα είναι καλύτερα με την ενεργειακή αναβάθμιση κανείς δεν είναι διατεθιμένος να πληρώσει), να χρησιμοποιηθούν τα αντίστοιχα εργαλεία από άλλες χώρες για να στοχεύσουμε στην μεγαλύτερη ευελιξία του προγράμματος (αίρωντας ενδεχομένως και την κύρια κατοικία σαν κριτήριο).

Αντίστοιχα τέτοια κριτήρια μπορούν να προταθούν από τους φορείς για να λειτουργήσει στα σωστά πλαίσια το σημαντικό αυτό πρόγραμμα.

Το νέο λοιπόν Εξοικονομώ-Αυτονομώ για το 2021 θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στη σχέση κόστους-οφέλους των δράσεων, καθώς θα αποτελεί και ένα κριτήριο ελέγχου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επόμενη περίοδο καθώς και θα αυξήσει την πιθανότητα άντλησης κεφαλαίων (με σύμφωνη γνώμη των χωρών) από το Ταμείο Ανάκαμψης. Χωρίς να μπορεί να αιτιολογηθεί η αποτελεσματικότητα κόστους τέτοιων δαπανών (δηλαδή με το υπάρχων σύστημα) στο Ταμείο Ανάκαμψης και στο σχέδιο για το Πολυετές Χρηματοδοτικό Πλαίσιο, θα δημιουργηθούν εύλογες ερωτήσεις από τα Κράτη Μέλη… Είναι μια ιστορική ευκαιρεία να επενδύσει η Ελλάδα σοβαρά στην εξοικονόμηση ενέργειας και δεν πρέπει να χαθεί!

του Βλάση Οικονόμου

– Βλάσης Οικονόμου, Institute for European Energy and Climate Policy, www.ieecp.org

 

energypress.gr