Οι χείμαρροι και τα ποτάμια είναι οι νέοι «εχθροί»

82

  

Πλημμύρες συνέβαιναν πάντα. Ομως, πλέον, κάτι έχει αλλάξει. Από τη Μάνδρα το 2017 έως τα Ιόνια Νησιά και την Καρδίτσα τον φετινό Σεπτέμβριο, οι πολίτες και η πολιτεία έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι όλα αυτά για τα οποία προειδοποιούσαν οι επιστήμονες την τελευταία δεκαετία είναι μια πραγματικότητα. Τα ποτάμια και οι χείμαρροι δείχνουν να γίνονται οι νέοι «εχθροί», μια ξεκάθαρη υπενθύμιση ότι η κλιματική αλλαγή είναι πλέον γεγονός – και οι ανθρώπινες επεμβάσεις στη φύση δεν συγχωρούνται. Οι ειδικοί επιστήμονες, μηχανικοί και υδρολόγοι, επισημαίνουν ότι πρέπει να αλλάξει ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τις πλημμύρες, από το πώς σχεδιάζουμε έργα μέχρι το πώς «εκπαιδευόμαστε» για επικίνδυνες καταστάσεις.

Ο πολλαπλασιασμός των «αιφνίδιων πλημμυρών» είναι η νέα πραγματικότητα. «Υπάρχουν πολλές αιτίες για μια πλημμύρα. Κατ’ αρχάς το φυσικό αίτιο, δηλαδή μια μεγάλη καταιγίδα. Υπάρχουν και οι ανθρωπογενείς παρεμβάσεις, που μεσολαβούν ανάμεσα στη βροχή και την πλημμύρα: οι πυρκαγιές, τα κακοσχεδιασμένα ή ανεπαρκή έργα, η δόμηση στις κοίτες και στις παρόχθιες περιοχές. Ολα αυτά είναι γνωστά. Είναι όμως μόνο η μία πλευρά», εξηγεί η Μαρία Μιμίκου, ομότιμη καθηγήτρια υδρολογίας και υδατικών πόρων στο ΕΜΠ.

«Σε αυτή τη φυσική και ανθρωπογενή παρέμβαση έρχεται πλέον η αλλαγή του κλίματος και του μικροκλίματος, φαινόμενα που καταγράφαμε επιστημονικά ήδη από τη δεκαετία του ’90. Τα αίτια που προκαλούν καταιγίδες έχουν πλέον αλλάξει και τα φαινόμενα αυτά είναι πιο συχνά και πιο ραγδαία. Επομένως, πρέπει να αλλάξει και η προσέγγισή μας. Τα αντιπλημμυρικά έργα, όπως τα εννοούσαμε μέχρι σήμερα δεν επαρκούν πια γιατί μειώνεται ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα σε μια ισχυρή καταιγίδα και μια πλημμύρα».

Με ποιες επιλογές αφήνει αυτό την πολιτεία και τους πολίτες; «Ιδανικά, θα έπρεπε οι πλημμυρικές ζώνες των ποταμών να απελευθερωθούν. Επειδή όμως αυτό δεν είναι εφικτό σε πολλές περιπτώσεις, για να είμαστε όσο το δυνατόν πιο ασφαλείς πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα έγκαιρης πρόγνωσης και ειδοποίησης», εκτιμά η κ. Μιμίκου. «Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει τόσο μετεωρολογικά δεδομένα όσο και υδρολογικά σε πραγματικό χρόνο, ώστε να δίδεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο αντίδρασης. Σε πολλές χώρες αυτό είναι μια ολόκληρη επιστήμη, στον Τάμεση υπάρχει μέχρι και πολιτοφυλακή που κινητοποιείται σε περιπτώσεις πλημμυρών».

Μετεγκαταστάσεις

«Κατά τη γνώμη μου, στις περιπτώσεις οικισμών ή σημαντικών υποδομών που βρίσκονται μέσα στις πλημμυρικές ζώνες των ποταμών πρέπει η πολιτεία να δρομολογεί τη μετεγκατάστασή τους», εξηγεί ο Θανάσης Λουκάς, αναπλ. καθηγητής Υδρολογίας και Διαχείρισης Υδατικών Πόρων στο ΑΠΘ. «Στις περιοχές κοντά στις ζώνες αυτές πρέπει να θεσπιστούν ειδικοί κανονισμοί ώστε οι κατασκευές να κινδυνεύουν λιγότερο, λ.χ. τα κτίρια να είναι υπερυψωμένα και να μην έχουν υπόγεια, τα δίκτυα αποχέτευσης να έχουν βαλβίδες αντεπιστροφής ώστε να “σφραγίζουν” όταν το νερό ανεβαίνει. Για τα υφιστάμενα αντιπλημμυρικά έργα, πρέπει να μελετηθούν επεμβάσεις για την καλύτερη υδραυλική λειτουργία τους τα οποία να συμπληρωθούν με φυτεύσεις στις όχθες των ποταμών και υδατορεμάτων, έργα αποθήκευσης νερού και αφαίρεση των έργων που δεν είναι αποδοτικά. Τέλος, πρέπει να αναπτυχθούν σταδιακά μέτρα ενημέρωσης και ετοιμότητας του πληθυσμού».

Παράλληλα πρέπει να αναθεωρηθούν οι προδιαγραφές των νέων αντιπλημμυρικών έργων. «Ο σχεδιασμός ακολουθεί κάποιες παραδοχές», εξηγεί ο Κώστας Λουπασάκης, διευθυντής του τομέα Γεωλογικών Επιστημών του ΕΜΠ. «Για λόγους οικονομίας συχνά βλέπουμε μικρότερες παροχές στον σχεδιασμό έργων που θεωρείται ότι δεν θα προκαλέσουν μεγάλη ζημιά αν πλημμυρίσουν. Επιπλέον, οι παρεμβάσεις που επιλέγονται για να προστατεύσουν την κοίτη από τη διάβρωση συχνά γίνονται με κατασκευές που ο ποταμός μπορεί να παρασύρει, όπως λ.χ. συρματοκιβώτια. Οταν διπλασιάζεται η ταχύτητα του νερού, τετραπλασιάζεται η μεταφορική του ικανότητα. Οι τσιμεντένιες κατασκευές αυξάνουν την ταχύτητα του νερού και διαταράσσουν τις φυσικές λειτουργίες ενός ρέματος. Πρέπει λοιπόν να επιτρέψουμε στα ρέματά μας να έχουν τη σωστή διατομή, να μεριμνήσουμε για κάθε τεχνικό έργο που περιορίζει την κοίτη τους και να επιτρέψουμε στην παρόχθια βλάστηση να αναπτυχθεί».

Εκτός από τη φιλοσοφία των νέων έργων, πρέπει να βελτιωθεί και η γνώση μας για τις υδρολογικές συνθήκες στη χώρα. «Η προσέγγιση μας στα αντιπλημμυρικά έργα πρέπει να αλλάξει», προσθέτει ο κ. Λουκάς. «Τα έργα που έχουμε σήμερα σχεδιάστηκαν πριν από 20-30 χρόνια με τιμές βροχοπτώσεων προ εξηκονταετίας. Είναι λογικό τα έργα αυτά να μην μπορούν να ανταποκριθούν. Εκτός λοιπόν από την επικαιροποίηση των προδιαγραφών, που μελετά τα τελευταία χρόνια το υπουργείο Υποδομών, πρέπει να γίνει και επικαιροποίηση των μετεωρολογικών και υδρολογικών στοιχείων, ώστε τα μοντέλα στα οποία βασίζεται ο σχεδιασμός να είναι πιο αξιόπιστα. Πρέπει να δουλέψουμε και στην προετοιμασία του κόσμου, ειδικά στις περιοχές που κινδυνεύουν, στην ανάπτυξη συστημάτων έγκαιρης ειδοποίησης. Τέλος, πρέπει να έχουμε ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την “επόμενη ημέρα” μιας καταστροφής, που να περιλαμβάνει από μέτρα οικονομικής βοήθειας και νομικής υποστήριξης των πληγέντων, έως δράσεις περιβαλλοντικής αποκατάστασης».

Τα συστήματα έγκαιρης ειδοποίησης

Κατά καιρούς πραγματοποιούνται στη χώρα μας πολλά –συνήθως πιλοτικά– προγράμματα για τη δημιουργία συστημάτων ειδοποίησης για πλημμύρες σε χειμάρρους και ρέματα. Ενα τέτοιο πρόγραμμα είναι το ERMIS-F (χρηματοδοτούμενο από το κοινοτικό πρόγραμμα Interreg), που αφορά περιοχές στην Ελλάδα (Λέσβο και Χανιά) και στην Κύπρο. Στο πλαίσιο του προγράμματος δημιουργήθηκε μια ψηφιακή πύλη με πλήθος εφαρμογών και πληροφοριών, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του όμως αφορά την ανάπτυξη και λειτουργία ενός συστήματος πρόβλεψης πλημμυρικού κινδύνου. «Επελέγησαν η Καλλονή της Λέσβου και ο Δαράτσος στα Χανιά. Εκεί εγκαταστάθηκαν αυτόματα όργανα μέτρησης της στάθμης των χειμάρρων και αυτόματοι μετεωρολογικοί σταθμοί στα ανάντι των ποταμών», εξηγεί η Ράνια Τζωράκη, αναπλ. καθηγήτρια διαχείρισης λεκανών απορροής και παράκτιου περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. «Οταν υπάρχει αύξηση της βροχόπτωσης, τότε το σύστημα μπορεί να προβλέψει την άνοδο της στάθμης σε πραγματικό χρόνο και να ενημερώσει αυτόματα την υπηρεσία πολιτικής προστασίας ώστε να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες».

Το σύστημα λειτουργεί εδώ και μία τριετία, με αποτέλεσμα να έχει δοκιμαστεί στην πράξη. «Χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές στην Καλλονή. Σε έντονες βροχοπτώσεις έδωσε εντολή η Περιφέρεια να απομακρυνθούν σταθμευμένα αυτοκίνητα και κάδοι απορριμμάτων. Ενώ οι επιχειρηματίες που βρίσκονται κοντά στο ρέμα συμβουλεύονταν την εφαρμογή για να δουν εάν πρέπει να καλύψουν τις βιτρίνες τους. Επειδή η περιοχή έχει πληγεί αρκετές φορές από πλημμύρες, ο κόσμος είναι ευαισθητοποιημένος. Η τοπική κοινωνία ενημερώθηκε και συμμετείχε στον καθορισμό προτάσεων για αντιπλημμυρικά έργα». Ενα ζήτημα, βέβαια, στα ερευνητικά προγράμματα είναι να μη χαθούν μετά την ολοκλήρωσή τους. «Η αποκεντρωμένη διοίκηση έχει υιοθετήσει το σύστημα, ενώ οι μετεωρολογικοί σταθμοί εντάχθηκαν στο δίκτυο του Εθνικού Αστεροσκοπείου. Ελπίζω, λοιπόν, ότι δεν θα πάψει να λειτουργεί στο τέλος της χρονιάς».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

kathimerini.gr