Ο μεγάλος ασφαλιστικός “Γολγοθάς” εργοδοτών και αυτοαπασχολουμένων

197

  

euro

Πότε στο παρελθόν δεν επιχειρήθηκαν ταυτόχρονα τόσο μεγάλες ανατροπές σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και με τόσο φιλόδοξους οικονομικούς στόχους όπως αυτούς που φέρνει το ασφαλιστικό νομοσχέδιο που δημοσιοποιήθηκε την περασμένη Τρίτη. Τεράστιο και αδύνατο να “σηκωθεί” σε συνθήκες ύφεσης θα είναι το βάρος με το οποίο φορτώνει η κυβέρνηση τους επιχειρηματίες, είτε αυτοί είναι αυτοαπασχολούμενοι είτε είναι εργοδότες.

–  Πρώτα απ’ όλα, αυξάνονται από την 1η Ιουνίου κατά 1% οι εισφορές υπέρ της επικουρικής ασφάλισης.

– Από 1η Ιανουαρίου 2017 αλλάζει ο τρόπος καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους επιστήμονες (π.χ., μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι) και τους αγρότες, δεδομένου ότι θεσπίζεται η εισφορά 20% επί του εισοδήματός τους. Μεγάλες θα είναι οι απώλειες για όσους δηλώνουν εισόδημα από 10.000 ευρώ ετησίως. Από το ασφαλιστικό “χαράτσι” του 20% δεν γλυτώνουν  ούτε τα “μπλοκάκια”, με το 16,5 της ασφαλιστικής εισφοράς να το καταβάλουν οι εργοδότες και το υπόλοιπο 3,5% οι εργαζόμενοι.

– Από φέτος αλλάζουν τα ποσοστά αναπλήρωσης και η βάση υπολογισμού των συντάξεων.

Τα ποσοστά αναπλήρωσης μειώνονται κατά σχεδόν κατά 30%, ρίχνοντας κατ’ αντίστοιχο ποσοστό τις προσδοκώμενες συντάξεις όσων αποχωρήσουν εφεξής από την εργασία τους, ενώ στο απυρόβλητο δεν θα βρεθούν από το 2018 όσοι έχουν έως τώρα “υψηλές συντάξεις” (π.χ., 1.200 ευρώ).

– Από φέτος μέχρι και το 2018 πρέπει να εξοικονομηθούν 2,6 δισ. ευρώ.

1. Ασφαλιστικά “χαράτσια” 26,5% στις πλάτες των αυτοαπασχολούμενων

Σε άμεση αφαίρεση του 26,5% του –μετά φόρων– δηλωτέου εισοδήματος των αυτασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ (έμποροι, βιοτέχνες), στο ΕΤΑΑ (μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι) και στον ΟΓΑ (αγροτοκτηνοτρόφοι) οδηγούν τα δύο “χαράτσια” τα οποία προβλέπει το ασφαλιστικό νομοσχέδιο από την 1η Ιανουαρίου του 2017.

– Το πρώτο προβλέπει επιβάρυνση 20% επί του εισοδήματος για χάρη του κλάδου κύριας σύνταξης.

– Το δεύτερο “χαράτσι” προβλέπει επιβάρυνση 6,5% επί του εισοδήματος για χάρη του κλάδου υγείας (ΕΟΠΥΥ).

Την επιβάρυνση των αυτασφαλισμένων δεν θα λειάνουν οι εκπτώσεις που προβλέπει το ασφαλιστικό νομοσχέδιο και συγκεκριμένα οι εκπτώσεις 10%-50% τις οποίες έχει προτείνει το υπ. Εργασίας για τους επιστήμονες με εισόδημα έως 55.000 ευρώ, τους νέους επιστήμονες και επαγγελματίες(συντελεστής 14% για τα πρώτα δύο έτη άσκησης δραστηριότητας και 17% για τα επόμενα τρία επί του 80% του κατώτατου μισθού), αλλά και η σταδιακή μετάβαση στο 20% για τους αγρότες κατά την περίοδο 2017-2022.

Παράδειγμα

Ασφαλισμένος στον ΟΑΕΕ δηλώνει εισόδημα –μετά φόρων– 60.000 ευρώ.

Αν υποθέσουμε ότι σήμερα ανήκει στην 3η ασφαλιστική κλάση του ΟΑΕΕ, καταβάλλει ετησίως 3.768 ευρώ για τους κλάδους σύνταξης-υγείας. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 6,8% του εισοδήματος.

Με το νέο σύστημα, ο ίδιος ασφαλισμένος θα πρέπει καταβάλει 14.575 ευρώ για τους κλάδους σύνταξης-υγείας. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 26,5% του εισοδήματος.

Σε αυτή την περίπτωση, η επιπλέον επιβάρυνση την οποία θα υποστεί ο εν λόγω ασφαλισμένος ανέρχεται σε 10.807 ευρώ ή 74%.

2. Αύξηση εισφορών 1% υπέρ της επικουρικής ασφάλισης για 4 χρόνια

Κατά 1,5% θα επιβαρυνθούν οι εργοδότες για τα επόμενα τρία χρόνια (μέσα 2016 – μέσα 2018) λόγω της αντίστοιχης αύξησης των εισφορών υπέρ της επικουρικής ασφάλισης που προβλέπει το ασφαλιστικό νομοσχέδιο.

Το υπ. Εργασίας προτείνει συγκεκριμένα:

– Την αύξηση της εργοδοτικής εισφοράς κατά 0,5%.

– Την αύξηση της εισφοράς των εργαζομένων –την οποία άμεσα ο εργοδότης προφανώς καταβάλλει– κατά 0,5%.

Παράδειγμα

Εργοδότης απασχολεί μισθωτό, καταβάλλοντάς του ακαθάριστο κατώτατο μισθό 586 ευρώ μηνιαίως.

Με βάση το ισχύον σύστημα, καταβάλλονται εισφορές 6% επί του ακαθάριστου μισθού για την επικουρική ασφάλιση. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 35 ευρώ.

Με το νέο σύστημα που προτείνει το υπ. Εργασίας, οι εισφορές αυξάνονται στο 7,5%. Έτσι, πρέπει να καταβληθεί το ποσό των 44 ευρώ.

Άρα, οι εισφορές υπέρ της επικουρικής ασφάλισης θα αυξηθούν κατά 9 ευρώ (1,5%).

3. Αναστάτωση εν όψει των ενοποιήσεων των Ταμείων

Το υπ. Εργασίας προωθεί:

– Τη συγχώνευση όλων των ταμείων κύριας ασφάλισης σε ένα υπερ-ταμείο κύριας ασφάλισης,τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ).

– Την ενοποίηση του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης με τα Ταμεία Πρόνοιας (εφάπαξ).

Στην περίπτωση του ΕΦΚΑ, θα υπάρξει “συγκατοίκηση” του ταμειακά ισοσκελισμένου ΕΤΑΑ (μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι), το οποίο διατηρεί, μάλιστα, σημαντικό ποσό καταθέσεων, με τον ελλειμματικό ΟΑΕΕ και το, επίσης ελλειμματικό, ΙΚΑ.

– Η απώλεια της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας των μέχρι σήμερα ανεξάρτητων ασφαλιστικών φορέων θα φέρει δύο βασικά προβλήματα:

1ο. Αν και το νομοσχέδιο προβλέπει ότι θα υπάρξει διακριτική καταγραφή των εσόδων του κάθε τομέα ασφάλισης από τρέχουσες εισφορές, αλλά και των περιουσιακών στοιχείων τους (καταθέσεις, τίτλοι κ.λπ.), πρέπει να θεωρηθεί κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα είναι πιο εύκολο από ποτέ ναμεταβιβάζονται πόροι από τον ένα ασφαλιστικό τομέα στον άλλο, προκειμένου να διασφαλίζεται η καταβολή των συντάξεων, γεγονός που θα δημιουργήσει… ανασφάλεια σε όσους φορείς είτε είναι ισοσκελισμένοι (π.χ., ΕΤΑΑ) είτε έχουν καταθέσεις (π.χ., ΕΤΑΤ, δηλαδή το ασφαλιστικό ταμείο των τραπεζοϋπαλλήλων και των εργαζομένων στις πρώην ΔΕΚΟ).

2ο. Η ενοποίηση των ταμείων κύριας ασφάλισης, αρχής γενομένης από την επομένη μέρα της δημοσίευσης του επικείμενου ασφαλιστικού νόμου και με ορίζοντα την 1η Ιανουαρίου 2017, θα φέρει τεράστια αναστάτωση στις διοικητικές υπηρεσίες, δυσκολεύοντας δραματικά την ήδη… δύσκολη επικοινωνία των ασφαλισμένων με τους εργαζομένους στα ασφαλιστικά ταμεία.

Η διοικητική αυτή αναστάτωση θα έρθει να “κάτσει” πάνω σε άλλα αρνητικά μελλοντικά δεδομένα:

– Την απανωτή έκδοση εγκυκλίων από το υπ. Εργασίας και τους ασφαλιστικούς φορείς σχετικά με την εφαρμογή ενός εντελώς νέου ασφαλιστικού νόμου, δηλαδή εκείνου που θα αναμένεται να ψηφιστεί έως το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου.

– Τη συνεχιζόμενη μείωση του προσωπικού στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τη μη πρόβλεψη για νέες προσλήψεις στον τομέα αυτό της γενικής κυβέρνησης το 2016. Το 2015 το εν λόγω προσωπικό μειώθηκε κατά 15% περίπου, την ίδια στιγμή που σε όλους τους άλλους μεγάλους τομείς της γενικής κυβέρνησης το προσωπικό αυξήθηκε.

4. Μειώσεις 15% στις κύριες συντάξεις

Μεσοσταθμικές μειώσεις 15% στις κύριες συντάξεις φέρνουν τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης.

Και αυτό, γιατί, σύμφωνα με το επερχόμενο σύστημα:

– Προβλέπονται δραματικά χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης των αποδοχών από τη σύνταξη (το “μέσο” ποσοστό αναπλήρωσης ανέρχεται πλέον σε 1,4%, έναντι 2%).

– Βάση υπολογισμού των συντάξεων με τα νέα μειωμένα ποσοστά αναπλήρωσης δεν θα είναι πλέον τα πέντε καλύτερα –από άποψη ύψους αποδοχών– χρόνια της τελευταίας δεκαετίας ασφάλισης για τους ασφαλισμένους προ του 1993 και η τελευταία πενταετία για τους ασφαλισμένους μετά το 1993. Αντίθετα, εφεξής,βάση υπολογισμού θα είναι μέσες αποδοχές ολόκληρου του ασφαλιστικού βίου.

“Χτύπημα” και στους νυν συνταξιούχους

Οι αλλαγές αυτές δεν αφορούν μόνο όσους ασφαλισμένους βγουν στη σύνταξη μετά τη δημοσίευση του επικείμενου ασφαλιστικού νόμου, αλλά και όσους είναι ήδη συνταξιούχοι.

Το ασφαλιστικό νομοσχέδιο προβλέπει τα ακόλουθα:

Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2017 οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την 31η Δεκεμβρίου 2014, παρακρατουμένης –όμως– της εισφοράς υπέρ υγειονομικής περίθαλψης του νόμου 4334/2015 (6% στις κύριες συντάξεις και 6% στις επικουρικές συντάξεις).

Ωστόσο, από την 1η Ιανουαρίου του 2018 θα ισχύσουν τα ακόλουθα:

– Εφόσον το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους με βάση τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων.

– Εάν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μικρότερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης, τότε αυτό προσαυξάνεται κατά το ένα πέμπτο της διαφοράς σταδιακά και ισόποσα εντός πέντε ετών από την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.

 

Πηγή:capital.gr/Του Δημήτρη Κατσαγάνη