Παρά τη βαθιά κρίση και ύφεση, η ελληνική οικονομία καινοτομεί

183

  

idea

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να καινοτομεί, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, και μάλιστα βρίσκεται στην 11η θέση ανάμεσα στις 28 χώρες της Ε.Ε., δηλαδή πάνω από τον μέσο όρο όσον αφορά το ποσοστό καινοτόμων επιχειρήσεων.

Αυτό το ανέλπιστο στοιχείο προκύπτει από τη μελέτη Community Innovation Survey που διεξήγαγε στην Ελλάδα, για λογαριασμό της Κομισιόν, το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης για την περίοδο 2010-2012, δηλαδή την περίοδο της βαθιάς κρίσης και ύφεσης. Πρόκειται για την πρώτη επίσημη έρευνα για την καινοτομία στις επιχειρήσεις μετά το 2006, που διεξάγεται σε όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και αυτό που καταδεικνύει είναι το αντανακλαστικό των επιχειρήσεων όλων των μεγεθών να επενδύσουν στη «μαλακή» καινοτομία επί το πλείστον (soft innovation). Όπερ σημαίνει στην αναδιοργάνωση σε επίπεδο διαδικασιών (πωλήσεις, μάρκετινγκ, δίκτυα διανομής και επικοινωνία), προκειμένου να αντέξουν στις πιέσεις της ύφεσης.

Η εικόνα αυτή δεν αλλάζει μεν την αποεπένδυση που καταγράφει σειρά μελετών, με τελευταία την έκθεση με τίτλο: «Τα δεδομένα της οικονομίας» του ΙΟΒΕ. Δείχνει όμως ότι η οικονομία δεν υπέστη μεγάλες διαρθρωτικές μεταβολές, παρά τη συρρίκνωση του ΑΕΠ, το «brain drain» και την αλλαγή του μοντέλου κατανάλωσης. Σύμφωνα με τον περιφερειακό πίνακα επιδόσεων της Ε.Ε. (RIS), το 2014 η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται στις χώρες με μέτρια καινοτομία και δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη μεταβολή σε σχέση με το 2006, γεγονός που ίσως στηρίζει την παραπάνω ιδέα.

Η εξήγηση

«Η ελληνική οικονομία είναι οικονομία υπηρεσιών, γεγονός που εξηγεί τη στροφή στην αναδιοργάνωση διαδικασιών και υπηρεσιών, στη “μαλακή” καινοτομία, προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα. Δεν είναι εύκολο να ποσοτικοποιηθεί η μεταβολή στην επιχειρηματικότητα, όμως γνωρίζουμε εμπειρικά ότι κατά τα χρόνια της κρίσης αυξήθηκε ο αριθμός των μικρών επιχειρήσεων», λέει η δρ Εύη Σαχίνη, διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης. Η καινοτομία παίζει κομβικό ρόλο στη διαδικασία ανασχηματισμού του παραγωγικού μοντέλου και η μελέτη του ΕΚΤ παρουσιάζει στοιχεία για 15.000 επιχειρήσεις με 10 ή περισσότερους εργαζομένους, σε βιομηχανία και υπηρεσίες. Από αυτή την ακτινογραφία της ελληνικής παραγωγικής οικονομίας, προκύπτει ότι επενδύθηκαν 1,9 δισ. ευρώ σε καινοτομικές δραστηριότητες τα τρία πρώτα χρόνια της κρίσης.

Στις καινοτόμες επιχειρήσεις κάθε είδους κατατάσσεται το 52,3% των επιχειρήσεων, έναντι του 47,7%. Τα σκήπτρα ανάμεσα στις πρώτες κρατούν οι μεγάλες επιχειρήσεις με δυναμικό άνω των 250 ατόμων, οι οποίες καινοτομούν σε ποσοστό 75,6%, ενώ ακολουθούν οι μεσαίες επιχειρήσεις με ποσοστό 60,7% και οι μικρές (έως 49 εργαζόμενοι) με 52,3%. Στον τομέα της βιομηχανίας προπορεύονται οι κλάδοι του φαρμάκου, των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, ενώ στις υπηρεσίες κυριαρχεί η παραγωγή λογισμικού, οι εκδόσεις και οι τηλεπικοινωνίες.

«Το μεγάλο πρόβλημα ήταν και παραμένει το πολύ μικρό μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης έγινε ένας εξορθολογισμός -αφαιρέθηκε ο αέρας-, αλλά δεν άλλαξε το πρότυπο της επιχειρηματικότητας, η οποία εξακολουθεί να είναι χαμηλής στάθμης», λέει ο κ. Αγγελος Τσακανίκας, επίκουρος καθηγητής ΕΜΠ. «Καλές οι start up, αλλά δεν αλλάζουν τον κόσμο», λέει με νόημα.

Οι καινοτόμες επιχειρήσεις ευθύνονται για το 76% του κύκλου εργασιών της βιομηχανίας το 2012 και για το 65% των υπηρεσιών αντίστοιχα. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και από την έκθεση του ΙΟΒΕ για τα «Δεδομένα της οικονομίας» το 2014, στην οποία φαίνεται ότι στην ήπια ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 0,8% το 2014, συνέβαλαν οι εξαγωγές λογισμικού και κατασκευαστικών υπηρεσιών, δύο τομείς που ενισχύθηκαν κατά 20% το περασμένο έτος και καλύπτουν, πλέον, το 14% των εισπράξεων από υπηρεσίες.

Οι πόλοι

Τα μεγάλα αστικά κέντρα εξακολουθούν να είναι πόλοι έλξης της καινοτομικής δραστηριότητας, όμως, σύμφωνα με τον περιφερειακό πίνακα επιδόσεων για την καινοτομία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2014, η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες με τη μεγαλύτερη ομοιογένεια στην κατανομή της καινοτομίας, παρότι περιφέρειες όπως η Κρήτη ή η Στερεά Ελλάδα προηγούνται στον καινοτομικό χάρτη της χώρας.

Στο κομμάτι της «βαριάς καινοτομίας» που παρουσιάζει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, τα πράγματα δεν είναι καλά, αφού σε καινοτομία προϊόντος επένδυσε μόνο το 19% των επιχειρήσεων, ενώ σε καινοτομία προϊόντος και διαδικασίας επένδυσε το 34,5% φέρνοντας τη χώρα μας τρεις θέσεις κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.

Πηγές του υπουργείου Οικονομίας, Τουρισμού, Υποδομών και Ναυτιλίας αναφέρουν ότι τον επόμενο μήνα θα ολοκληρωθούν και θα δοθούν στη δημοσιότητα τόσο το εθνικό σχέδιο ανταγωνιστικότητας όσο και τα περιφερειακά στρατηγικά σχέδια καινοτομίας, από τα οποία προκύπτουν τα στρατηγικά πλεονεκτήματα επιμέρους περιφερειών, στα οποία και θα παρασχεθεί υποστήριξη. Οπως είναι φυσικό, αναμένονται με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, προκειμένου να διαπιστωθεί προς τα πού στρέφεται η επόμενη μέρα της χώρας σε αυτόν τον τόσο κρίσιμο και ευαίσθητο τομέα.

Κρίσιμη η παρουσία της πληροφορικής και του λογισμικού

Στο 73,6% των επιχειρήσεων που παρουσιάζουν καινοτομία προϊόντος, οι διαδικασίες προχωρούν στην αγορά μηχανημάτων, εξοπλισμού, λογισμικού και κτιρίων για την εισαγωγή των καινοτομιών.

Αυτό ίσως εξηγεί σε έναν βαθμό γιατί ο κλάδος των κατασκευών και του λογισμικού καταγράφονται από τον ΙΟΒΕ (έκθεση: «Τα δεδομένα της οικονομίας») ως δύο από τους πιο δυναμικά αναπτυσσόμενους κλάδους δίπλα στη ναυτιλία και τον τουρισμό. Συγκεκριμένα, τονίζεται η άνοδος των λοιπών υπηρεσιών οι οποίες το 2014 αυξήθηκαν κατά 20% (βάσει στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος) και καλύπτουν το 14% των εισπράξεων από υπηρεσίες.

Τουρισμός – ναυτιλία

Μαζί με τον τουρισμό και τη ναυτιλία εξελίσσονται σε κινητήριο δύναμη της επιχειρηματικής ιδιωτικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Μάλιστα, ο εγχώριος κλάδος των ΤΠΕ κατάφερε το 2014 να βελτιώσει τις επιδόσεις του σε επίπεδο τζίρου, ο οποίος ενισχύθηκε κατά 6,5% σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα, για να διαμορφωθεί σε 8,969 δισ. ευρώ από 8,424 δισ. το 2013. Τα στοιχεία αυτά φαίνεται να ανακόπτουν τη στασιμότητα που παρατηρήθηκε κατά τα πρώτα χρόνια της κρίσης, όταν οι επιχειρήσεις σταμάτησαν να ανανεώνουν τον εξοπλισμό τους.

«Η οργανωσιακή καινοτομία και η καινοτομία διαδικασιών υποστηρίζονται έντονα πλέον από τις εφαρμογές λογισμικού, επομένως εικάζουμε ότι παίζει ρόλο, πολλώ γε μάλλον που αποτελεί μια φτηνή σχετικά επένδυση. Ωστόσο, η έρευνα του ΕΚΤ δεν πήγε σε τέτοιο βάθος», εξηγεί η δρ Εύη Σαχίνη, διευθύντρια του ΕΚΤ.

Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του ίδιου ιδρύματος (ΙΟΒΕ) για την επιχειρηματικότητα, με τίτλο «Η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα 2013-14: Η δυναμική της νεανικής επιχειρηματικότητας», σε ποσοστό 25% οι Ελληνες επιχειρηματίες αρχικών σταδίων δηλώνουν πως θα κάνουν χρήση εντελώς νέων τεχνολογιών στην παραγωγική τους διαδικασία, έναντι ποσοστού μόλις 9,4% την αμέσως προηγούμενη περίοδο.

Η έρευνα εξετάζει 26 χώρες από την Ευρώπη, την Ασία, την Αμερική και τη Μέση Ανατολή και βρίσκει ότι οι νέοι Ελληνες επιχειρηματίες έρχονται δεύτεροι μετά τους Ιταλούς στην πρόθεση να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες.

Στήριξη

«Ο κλάδος της πληροφορικής και λογισμικού μπορεί να στηρίξει ένα μέρος του αναπτυξιακού κεφαλαίου της χώρας, αφού στηρίζεται στη γνώση. Είναι εύκολο να γίνει κανείς επιχειρηματίας φτιάχνοντας λογισμικό και να απευθυνθεί σε μια παγκόσμια αγορά. Ακόμα είναι επιθυμητός τομέας ανάπτυξης, αφού παράγει προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ομως, παρατηρούμε ότι οι επιχειρήσεις αυτές συνήθως παραμένουν μικρές», εξηγεί ο κ. Α. Τσακανίκας.

Ανάγκη επιβίωσης

Η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα παραμένει προσκολλημένη στην ανάγκη επιβίωσης κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της και στα πολύ μικρά μεγέθη, και σύμφωνα με τον ίδιο δεν είναι ρεαλιστικό να φανταζόμαστε ότι μπορεί να φτιαχτεί η «ελληνική silicon valley». Όμως είναι σημαντική η παρουσία και η ανάπτυξη του ελληνικού κλάδου πληροφορικής και λογισμικού στον βαθμό που αναβαθμίζει οριζόντια το σύνολο της ελληνικής οικονομίας.

Πηγή: kathimerini.gr