ΡΑΕ: Το μοντέλο της Δανίας για την διείσδυση των ΑΠΕ και η… Πελοπόννησος – Ισπανία και Πορτογαλία το παράδειγμα προς μίμηση για την Ελλάδα.

410

  

Το παράδειγμα των χωρών της Ιβηρικής Χερσονήσου, που λόγω των ισχνών διεθνών τους διασυνδέσεων, αναγκάζονται να στηρίζουν την διείσδυση των ΑΠΕ, σε εκτεταμένες επενδύσεις αποθήκευσης ενέργειας, ταιριάζει, σύμφωνα με την ΡΑΕ, στην προσπάθεια της Ελλάδας να πετύχει τους φιλόδοξους στόχους του 2030.

Στον αντίποδα, βρίσκεται το δανέζικο μοντέλο, που θεωρείται μακράν το πιο πετυχημένο στην Ευρώπη, αλλά πρακτικά είναι αδύνατο να εφαρμοστεί σε χώρες, όπως η δική μας, με τόσο ανεπαρκείς διεθνείς διασυνδέσεις. Στην σκανδιναβική αυτή χώρα οι ισχυρές διασυνδέσεις με Σουηδία, Νορβηγία και Γερμανία, της επιτρέπουν να εξάγει “πράσινο” ρεύμα σε χαμηλές τιμές, γι’ αυτό και η συμμετοχή των ΑΠΕ φτάνει το 60% επί της τελικής κατανάλωσης ενέργειας.

Στην σύγκριση των τριών ευρωπαϊκών χωρών με την μεγαλύτερη διείσδυση ΑΠΕ, και της Ελλάδας, προχώρησε την περασμένη Πέμπτη, στο πλαίσιο του συνεδρίου του Energypress, “Renewable & Storage Forum”, ο πρόεδρος της ΡΑΕ Ν. Μπουλαξης.

Στην περίπτωση της Δανίας, η συμμετοχή των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ηλεκτρισμού ξεπερνά το 60%, εκ του οποίου περίπου το 43% προέρχεται από αιολικά. Η σκανδιναβική μάλιστα χώρα, που έχει δύο φορές την έκταση της Πελοποννήσου, έχει βάλει ως στόχο να φτάσει στο 70% του χρόνου, και το 100% ως το 2030. Σήμερα διαθέτει 5.300 MW αιολικών, ενώ κτίζει νέα offshore πάρκα στην Βόρεια Θάλασσα, όταν η ισχύς ολόκληρου του συστήματος της χώρας δεν ξεπερνά τα 6.500 MW.

Πως τα κατάφερε η Δανία

Καμία άλλη χώρα δεν έχει καταφέρει να πλησιάσει τις επιδόσεις της. Πως τα κατάφερε λοιπόν η Δανία; Αφενός εξάγει τεράστιες ποσότητες “πράσινης” ενέργειας στις άλλες σκανδιναβικές χώρες και την Γερμανία, αφετέρου συμμετέχει σε μια από τις πιο οργανωμένες και ανταγωνιστικες αγορές χονδρικής στην Βόρεια Ευρώπη, το περίφημο Nord Pool.

Στη συγκεκριμένη αγορά, γίνεται εμπορία του 80% της ηλεκτρικής ενέργειας εννέα χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά (Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία, Δανία, Γερμανία, Ην. Βασίλειο, Χώρες Βαλτικής), με ενεργειακά προϊόντα χονδρικής, σε ανταγωνιστικές τιμές, και με χρηματιστηριακούς κανόνες, μέσα από την ενδοημερήσια και την προημερήσια αγορά.

Κλειδί ωστόσο για την επιτυχία της Δανίας αποτελούν οι εκτεταμένες διεθνείς της διασυνδέσεις, με τον πρόεδρο της ΡΑΕ να  την παρομοιάζει με την Πελοπόννησο. Δηλαδή με μια από τις ελάχιστες περιοχές της Ελλάδας που συνδυάζουν τις καλές διασυνδέσεις με σημαντική διείσδυση των ΑΠΕ. “Στην Πελοπόννησο λειτουργούν σήμερα ΑΠΕ ισχύος περίπου 1.500 MW, με μέγιστο φορτίο τα 1.200 MW, ωστόσο δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Κάπως έτσι λειτουργεί και η Δανία μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα που δεν της δημιουργεί ανάγκες για αποθήκευση”, όπως ανέφερε ο κ. Μπουλαξής.

Η Πορτογαλία και η Ισπανία

Στον αντίποδα της Δανίας συναντάμε τα μοντέλα της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Ακριβώς λόγω των ισχνών τους διεθνών διασυνδέσεων, η συμμετοχή των ΑΠΕ κατά 35% στην Ισπανία και κατά 55% στην Πορτογαλία, υποστηρίζεται κυρίως από υδροηλεκτρικούς και αντλησιοταμιευτικούς σταθμούς, με μεγάλη ευελιξία.

Δίχως αυτούς, η διείσδυση της πράσινης ενέργειας στην Ιβηρική Χερσόνησο, θα ήταν ανέφικτη. Η ευελιξία που παρέχουν αυτοί οι σταθμοί, είναι κρίσιμη για την ευστάθεια του συστήματος, δεδομένων των σημαντικών αποκλίσεων μεταξύ της πραγματικής παραγωγής των σταθμών ΑΠΕ και της πρόβλεψης των πέντε ημερών.

Στις χώρες της Ιβηρικής λειτουργούν σύγχρονες αγορές (target model), γι΄αυτό και οι αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί είναι κερδοφόροι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Μπουλαξής. Τα παραπάνω δείχνουν ότι η Ελλάδα προσομοιάζει περισσότερο στο Ισπανικό και Πορτογαλικό μοντέλο λόγω των περιορισμένων διασυνδέσεων της, που κυμαίνεται σε επίπεδα λίγο άνω των 1.500 MW, και το οποίο αντιστοιχεί μόλις στο 15% της αιχμής της ζήτησης. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η δυναμικότητα των δανέζικων διασυνδέσεων φτάνει στο 85% της αιχμής της ζήτησης.

Αύξηση… 230% στην εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ ως το 2030

Στην πράξη, όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να επενδύσει σημαντικά κεφάλαια στην αποθήκευση, προκειμένου να επιτευχθεί ο φιλόδοξος στόχος για συμμετοχή των ΑΠΕ κατά 35% στην τελική κατανάλωση ενέργειας. ‘Ητοι συμμετοχή των ΑΠΕ κατά 60%-65% στον ηλεκτρισμό, έναντι μόλις 25%-27% σήμερα.

Σε επίπεδο ισχύος, αυτό σημαίνει ότι τα σημερινά 6 GW ΑΠΕ, ανάλογα πάντα και με την εξοικονόμηση που θα επιτευχθεί, θα πρέπει να φτάσουν, σύμφωνα με τον κ. Μπουλαξή, στα… 17-20 GW το 2030 (εκ των οποίων τα 15-17 GW αιολικά και φωτοβολταϊκά). Δηλαδή να αυξηθούν σε εγκατεστημένη ισχύ κατά… 180%-230% πάνω από τα σημερινά επίπεδα.

Σήμερα στην Πορτογαλία λειτουργούν ήδη 34,5 MW αντλησιοταμιευτικών σταθμών, ενώ το 2021 πρόκειται να προστεθεί και ένα καινούργιο εργοστάσιο ισχύος 800 MW. Ετσι πέτυχαν οι Πορτογάλοι διείσδυση 55% στις ΑΠΕ, διαφορετικά ουδείς θα τους επικαλούνταν ως ένα από τα πανευρωπαϊκά παραδείγματα προς μίμηση.

Το ερώτημα φυσικά σχετίζεται με τα κόστη των αντλησιοταμιευτικών έργων και των μπαταριών. Έρευνα του Μετσοβίου Πολυτεχνείου που είχε εκπονηθεί προ ετών για λογαριασμό της ΡΑΕ, είχε δείξει ότι θα μπορούσαν να δημιουργηθούν στην Ελλάδα, αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί 2.200-2.300 MW. Όσο για το κόστος ενός νέου αποθηκευτικού συστήματος, κυμαίνονταν από 500 έως και 900 ευρώ / kW. Ειδικότερα, το κόστος για σταθμούς που αξιοποιούν υφιστάμενους ταμιευτήρες της ΔΕΗ με σχετική ευκολία κατασκευής κυμαίνονταν στα 500 ευρώ/kW, για σταθμούς που αξιοποιούν υφιστάμενους ταμιευτήρες της ΔΕΗ με μεγαλύτερη δυσκολία κατασκευής διαμορφώνονταν στα 700-750 ευρώ/ kW, ενώ για σταθμούς που αξιοποιούν υφιστάμενους ταμιευτήρες άλλους από εκείνους της ΔΕΗ, κυμαίνονταν στα 900 ευρώ/ kW.

energypress.gr