Τίτλοι τέλους για την αντιπαροχή ελέω και της οικονομικής κρίσης

257

  

athensΤο αντίστοιχο ενός διαμερίσματος έχουν «χάσει» οι οικοπεδούχοι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και της ύφεσης στην αγορά κατοικίας, από τη σημαντική κάμψη των ποσοστών της αντιπαροχής.

Πρόκειται για τον θεσμό, πάνω στον οποίο «οικοδομήθηκε» η ελληνική αγορά κατοικίας από τη δεκαετία του 1960 και μετά. Την περίοδο της γιγάντωσης του κλάδου της οικοδομής και ιδίως την περίοδο από τις αρχές του 2000 έως και το 2008, σε πολλές περιπτώσεις, τα ποσοστά της αντιπαροχής άγγιζαν ή ακόμα και ξεπερνούσαν το 50%.

Ήταν η περίοδος που τα διαμερίσματα πωλούνταν σχεδόν από τα σχέδια και οι κατασκευαστές επιδίωκαν να διασφαλίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα οικόπεδα,προκειμένου να καλύψουν τη ζήτηση.

Σύμφωνα με στοιχεία της πιστοποιημένης εταιρείας εκτιμητών ακινήτων Geoaxis, πλέον οι αντιπαροχές, όπου αυτές προσφέρονται, είναι με ποσοστά αισθητά χαμηλότερα.

Ειδικότερα, η μεγαλύτερη πτώση καταγράφεται σε περιοχές μεγάλη υπερπροσφορά διαμερισμάτων, ενώ μικρότερες είναι οι μειώσεις στα ακριβά προάστια και στο κέντρο της Αθήνας (Λυκαβηττός Μετς), όπου υπάρχει έλλειψη προσφερόμενων οικοπέδων. Συγκεκριμένα, στο Περιστέρι, πλέον, το ποσοστό αντιπαροχής διαμορφώνεται έως 30%, έναντι 40% κατά την περίοδο πριν από την κρίση, ενώ πολύ μεγαλύτερες είναι οι διαφορές σε άλλες περιοχές του λεκανοπεδίου.

Για παράδειγμα, στα λιγοστά ελεύθερα οικόπεδα του Παλαιού Φαλήρου, πριν από την κρίση, το ποσοστό αντιπαροχής άγγιζε ακόμα και το 58% σε ορισμένες περιπτώσεις. Σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 35% και 45%, παρότι τα ελεύθερα οικόπεδα είναι πλέον μετρημένα. Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και σε άλλες περιοχές, όπως στους Αμπελοκήπους, όπου τα σημερινά ποσοστά αντιπαροχής ξεκινούν από 30% και δεν ξεπερνούν το 35%, ενώ πριν από την κρίση άγγιζαν ακόμη και το 50%. Στο Μαρούσι, που αναπτύχθηκε ραγδαία στη διάρκεια της τελευταίας 15ετίας, οι αντιπαροχές άγγιζαν ακόμη και το 55%, ενώ σήμερα δεν ξεπερνούν το 40%.

Οπως αναφέρει στην «Κ» ο κ. Γιάννης Ξυλάς, μηχανικός – εκτιμητής κι εκπρόσωπος της Geoaxis, «όσοι ιδιοκτήτες γης διατήρησαν τα οικόπεδά τους μετά το 2006 είναι οι μεγάλοι χαμένοι, καθώς το συνολικό κόστος για την ανέγερση κτιρίου με αντιπαροχή αυξήθηκε σημαντικά με την επιβολή ΦΠΑ στις παραδόσεις των νεόδμητων ακινήτων». Προς το τέλος του 2008 ξεκίνησε η πτωτική πορεία της κτηματαγοράς, με αποκορύφωμα τη σημερινή κατάσταση οπότε η αντιπαροχή αποτελεί πλέον είδος… υπό εξαφάνιση, καθώς οι κατασκευαστές δεν εκδηλώνουν πλέον σχεδόν κανένα ενδιαφέρον για αντιπαροχές, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τη μεγάλη δυσκολία διάθεσης των ακινήτων που θα ανεγείρουν.

Στον αντίποδα, οι οικοπεδούχοι, βλέποντας τα ποσοστά των αντιπαροχών αλλά και τις προσφερόμενες τιμές να έχουν φτάσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, προτιμούν να τηρούν στάση αναμονής, εφόσον βέβαια δεν έχουν απόλυτη ανάγκη άμεσης ρευστότητας και δεν επείγονται να πουλήσουν. Ασφαλώς η τάση αυτή είναι πιθανό να διαφοροποιηθεί εφόσον διατηρηθεί ο σημερινός ΕΝΦΙΑ, ο οποίος έχει εντάξει στη φορολογητέα ύλη και τα οικόπεδα, με τα εντός σχεδίου να φορολογούνται επίσης σημαντικά.

Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με την Geoaxis, πτώση της τάξεως του 4,4% κατά μέσον όρο σημείωσαν το τρίτο τρίμηνο και οι τιμές των εντός σχεδίου οικοπέδων σε επιλεγμένες περιοχές του λεκανοπεδίου Αττικής. Τη μεγαλύτερη πτώση σε ετήσια βάση καταγράφουν τα οικόπεδα στην περιοχή του Παλαιού Φαλήρου/Αμφιθέας (χαμηλότερος συντελεστής δόμησης 1,4), όπου η μέση τιμή πώλησης διαμορφώνεται πλέον σε 1.300 ευρώ/τ.μ., έναντι 1.420 ευρώ/τ.μ. το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, μια πτώση της τάξεως του 8,1%. Ακολουθεί η περιοχή των Αμπελοκήπων (συντελεστής δόμησης 3,6), όπου η πτώση των τιμών διαμορφώθηκε το φετινό τρίτο τρίμηνο στο 7,4%.

Στον αντίποδα, σε περιοχές των βορείων και των ανατολικών προαστίων, όπως το Μαρούσι (θέση Ψαλίδι, με συντελεστή δόμησης 0,8) και ο Χολαργός (συντελεστής δόμησης 1,2), η πτώση τιμών των οικοπέδων ήταν πολύ μικρότερη, καθώς περιορίστηκε σε 2,4% και 1,7% αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, στο Μαρούσι, η μέση τιμή πώλησης διαμορφώθηκε στα 700 ευρώ/τ.μ., ενώ στον Χολαργό στα 970 ευρώ/τ.μ.

NIΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΛΟΥ

πηγή: kathimerini.gr