Τι σημαίνει ένα Πράσινο New Deal; – Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα.

69

  

Παρότι, εικάζεται ότι αυτός που χρησιμοποίησε πρώτος τη φράση Πράσινο New Deal ήταν ο γνωστός αρθρογράφος των New York Times Τόμας Φρίντμαν, ήταν τελικά η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών που αγκάλιασε αυτή τη φράση και την έκανε έναν από τους «κοινούς τόπους» της σύγχρονης πολιτικής συζήτησης. Για την ακρίβεια ήταν η νεαρή βουλευτής των Δημοκρατικών από τη Νέα Υόρκη, Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές που καταθέτοντας στις αρχές του 2019 ένα σχετικό ψήφισμα στο Κογκρέσο επανέφερε στο προσκήνιο τη διεκδίκηση ενός Πράσινου New Deal. Λίγο αργότερα την ενσωμάτωσε στην καμπάνια του και ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς.

Λίγο πολύ η πρόταση αυτή συμπεριλαμβάνει τις προτάσεις που έχουν κάνει για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, πιο σωστά της επικείμενη κλιματικής καταστροφής, όσοι ασχολούνταν συστηματικά με αυτήν τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί από αυτούς χρησιμοποιούν σαν μεταφορά επίσης μια κινητοποίηση ανθρώπων και πόρων που έχει σχέση με τον εμπνευστή του αρχικού New Deal, τον Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ: την τεράστια κινητοποίηση της αμερικανικής κοινωνίας και οικονομίας για τη συμμετοχή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν με ταχύτατους ρυθμούς πολύ μεγάλο μέρος της αμερικανικής βιομηχανίας στράφηκε στην παραγωγή υλικού για την πολεμική προσπάθεια, αποτελώντας (μαζί με την ανάλογη σοβιετική κινητοποίηση) καταλυτικό παράγοντα για την έκβαση του πολέμου.

Αλλωστε, οι «πολεμικές» αναλογίες και μεταφορές είναι προσφιλείς και σε μαρξιστές θεωρητικούς που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα, όπως ο Σουηδός Αντρεας Μαλμπου έχει χρησιμοποιήσει την αναλογία με τον «Πολεμικό Κομμουνισμό» της πρώτης σοβιετικής περιόδου για να δείξει το μέγεθος της επερχόμενης σύγκρουσης.

Η ανάγκη μεγάλης κινητοποίησης ανθρώπων και πόρων

Ο λόγος για τη χρήση τέτοιων αναλογιών είναι προφανής. Η επικείμενη κλιματική καταστροφή απαιτεί μια τεράστια κινητοποίηση για να αποφευχθεί. Η αναγκαία πλήρης εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων και η πλήρης μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειες σε παγκόσμια κλίμακα και όχι απλώς σε ορισμένους αναπτυγμένους σχηματισμούς με γεωγραφική μετατόπιση των ρυπογόνων δραστηριοτήτων, υπερβαίνει κατά πολύ οποιαδήποτε απλώς «προσαρμογή» ή βελτίωση των συνθηκών ή «αυστηροποίηση» των κανόνων, για να χρησιμοποιήσουμε πιθανές περιγραφές των βημάτων που έχουν γίνει μέχρι τώρα. Αντίθετα, παραπέμπουν σε τεράστιας κλίμακας επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κατακλυσμιαίες αλλαγές σε όλο το φάσμα των μεταφορών και των συγκοινωνιών, καταιγιστικούς ρυθμούς εισαγωγής νέων τεχνολογιών για την κάλυψη βασικών αναγκών, μαζί με μεγάλης κλίμακας προσπάθεια για αναζήτηση λύσης για το πρόβλημα των αέριων ρύπων που ήδη έχουν εκπεμφθεί.

Η ίδια η έννοια του Πράσινου New Deal προέκυψε κατά βάση από τη διαπίστωση δύο βασικών αναγκών, που παραπέμπουν όντως στις προκλήσεις της δεκαετίας του 1930. Η πρώτη ήταν ότι η αναγκαία κινητοποίηση πόρων και δυναμικού δεν μπορεί να γίνει με όρους αγοράς, αλλά απαιτεί μεγάλη δημόσια επένδυση για τη χρηματοδότηση και κατασκευή των αναγκαίων υποδομών, από τα πάρκα με τις ανεμογεννήτριες μέχρι την προμήθεια «καθαρών» μέσων μαζικής μεταφοράς. Η δεύτερη είναι ότι η «πράσινη μετάβαση», δηλαδή το κλείσιμο επιβαρυντικών για το περιβάλλον παραγωγικών δραστηριοτήτων, από τα λιγνιτωρυχεία μέχρι παλαιάς τεχνολογίας υψικαμίνους, σήμαινε ότι πλήθος άνθρωποι θα έχαναν τη δουλειά τους και άρα θα χρειαζόταν ένα μεγάλο σχέδιο για να βρουν απασχόληση σε νέους κλάδους, με την απαραίτητη επανακατάρτιση και την εξασφάλιση ότι το τέλος των βιομηχανιών με τις οποίες είχαν συνδέσει τη ζωή τους δεν θα σημαίνει την αρχή μιας εργασιακής περιπλάνησης.

Αυτό αποτυπωνόταν και στους στόχους που θέτουν οι διάφορες παραλλαγές του Πράσινου New Deal: Να επιτευχθεί μέσα από μια δίκαιη μετάβαση ο στόχος για μηδενικές εκπομπές των αερίων που προκαλούν την κλιματική αλλαγή. Να δημιουργηθούν εκατομμύρια νέες και αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Να γίνουν όλες οι επενδύσεις στις υποδομές. Να εξασφαλιστεί για τις επόμενες γενιές ο καθαρός αέρας και νερό, η κλιματική και κοινωνική ανθεκτικότητα, η υγιεινή διατροφή και το βιώσιμο περιβάλλον. Να προωθηθεί η δικαιοσύνη και η κοινωνική ισότητα.

Είναι προφανές ότι δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με στόχους που αφορούν το περιβάλλον, αλλά με στόχους που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και διαφόρων μορφών κοινωνικής επισφάλειας που καταγράφηκε τις τελευταίες δεκαετίας και αποτελεί το «φόντο» ακόμη και των όποιων αναπτυξιακών αποτελεσμάτων επιτεύχθηκαν.

Ιστορική καμπή που απαιτεί μεγάλης κλίμακας μέτρα

Η συγκυρία της πανδημίας επανέφερε αυτή τη συζήτηση στο προσκήνιο. Τα κράτη χρειάστηκε να πάρουν εκτεταμένα μέτρα για την αντιμετώπιση του υγειονομικού κινδύνου και την ίδια στιγμή φάνηκε ότι χωρίς μεγάλη κινητοποίηση για την ενίσχυση των δημόσιων υποδομών υγείας, την προμήθεια προστατευτικού εξοπλισμού και την προστασία των ευπαθών οι κίνδυνοι ήταν πολύ μεγάλοι. Την ίδια στιγμή η πυροδότηση μιας οικονομικής ύφεσης που συγκρίνεται μόνο με τη Μεγάλη Υφεση της δεκαετίας του 1930, σηματοδοτεί επίσης μια αίσθηση ιστορικής καμπής που απαιτεί μεγάλης κλίμακας μέτρα.

Στην πραγματικότητα, είναι ο συνδυασμός ανάμεσα στη διαπίστωση μιας πολλαπλής ευαλωτότητας που αναδεικνύεται μέσα στην πανδημία. Η ευαλωτότητα απέναντι σε ένα νέο παθογόνο, συχνά καθορισμένη κοινωνικά από πολιτικές όπως οι περικοπές στα συστήματα υγείας και την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, συναντά την καθολική ευαλωτότητα που διαμορφώνει η απειλή της κλιματικής αλλαγής, αλλά και την επίγνωση της ευαλωτότητας απέναντι σε μια αγορά που, εάν αφεθεί ανεξέλεγκτη, απλώς σωρεύει ανισότητα.

Απέναντι σε αυτή η ανάγκη μιας μεγάλης κινητοποίησης πόρων και ανθρώπων και μιας εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης για τη διαμόρφωση των συνθηκών για την «επόμενη μέρα», αποκτά μια ξεχωριστή επικαιρότητα και συναντά τη διάχυτη αίσθηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή σε μια «κανονικότητα» που απλώς λειτουργούσε ως σώρευση κινδύνων και ότι απαιτείται ένας αναπροσανατολισμός προτεραιοτήτων με έμφαση στη βιωσιμότητα, τη δικαιοσύνη, την κοινωνική συνοχή και προστασία.

Η πρόκληση της πράσινης μετάβασης για την Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η σχετική συζήτηση μόλις ξεκινά. Ο λόγος είναι ότι η δεκαετία που θυσιάστηκε ουσιαστικά εξαιτίας των Μνημονίων, σημαίνει ότι η χώρα κυρίως επεδίωξε να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο της ύφεσης. Ακόμη και η όποια στροφή στην πράσινη ενέργεια εξακολουθεί να έχει περισσότερο τα χαρακτηριστικά της αναζήτησης επενδυτικών ευκαιριών, παρά του ολοκληρωμένου σχεδίου. Η δυσκολία που υπάρχει στο να εισακουστούν οι εύλογες αντιδράσεις των τοπικών σχεδιασμών στην έλλειψη ενός συνολικού σχεδίου για τις ανεμογεννήτριες είναι ενδεικτική. Ούτε είναι τυχαίο ότι την ώρα που ο πλανήτης συζητά την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα θεωρούμε κομβική πτυχή του οικονομικού μας μέλλοντος αλλά και βασική παράμετρο της εξωτερικής πολιτικής την προοπτική μεγάλων εξορύξεων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Μόνο που αυτή τη συζήτηση θα έπρεπε να κάνουμε. Αλλωστε, και στη χώρα μας η πανδημία έστειλε μερικές προειδοποιήσεις, αν σκεφτούμε ότι ήδη έχει ξεκινήσει η συζήτηση παγκοσμίως για το πώς θα προσαρμοστεί ο τουρισμός σε μια πραγματικότητα όπου τα αεροπορικά ταξίδια μπορεί να είναι και λιγότερα εξαιτίας των περιορισμών για την κλιματική αλλαγή, ή όπου θα υπάρχουν πραγματικά όρια στην εξασφάλιση περιβαλλοντικά βιώσιμης ενεργειακής ανταπόκρισης στο τρέχον είδος μαζικού τουρισμού. Την ίδια στιγμή δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το επιτακτικό της πράσινης μετάβασης και στη δική μας χώρα, που αφορά ένα πολύ ευρύ φάσμα οικονομικών πρακτικών.

Επιπλέον, η τρέχουσα οικονομική ύφεση ότι και στη χώρα μας η επιστροφή σε μια συνθήκη πλήρους και αξιοπρεπούς απασχόλησης ήταν μια πρόκληση ανοιχτή ούτως ή άλλως και δεν περίμενε τη τρέχουσα έκτακτη κατάσταση, ιδίως όταν ήταν ενεργή η συζήτηση για το πώς δεν μπορεί να θεωρηθεί μεσοπρόθεσμη η λύση ο πολλαπλασιασμός ευέλικτων και χαμηλά αμειβόμενων θέσεων απασχόλησης.

Ουσιαστικά, στην Ελλάδα η πρόκληση αυτού που θα ονομάζαμε ένα Πράσινο New Deal δεν περιορίζεται απλώς στη στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά σε ένα σύνολο πολιτικών στον πυρήνα τους – και όχι απλώς «τεχνικών» – επιλογών για το αναπτυξιακό υπόδειγμα, τη δημόσια επένδυση, τις υποδομές, τη διαμόρφωση κλάδων συνάμα οικολογικών και υψηλής προστιθέμενης αξίας, τη βιώσιμη ανάπτυξη του αγροτοδιατροφικού τομέα, τον ανασχεδιασμό της βιομηχανικής υποδομής για τη νέα εποχή από την ενέργεια μέχρι την ποντοπόρα ναυτιλία, πάντα με το βλέμμα σε όλα αυτά που αγνόησε η προηγούμενη εμμονή μόνο στη δημοσιονομική πειθαρχία και την ονομαστική ανάπτυξη: την κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη ως παραμέτρους της πραγματικής «ανθεκτικότητας» των κοινωνιών. Επιλογές που απαιτούν ισχυρή κρατική παρέμβαση και που θα καθοριστούν και από το κατά πόσο η Ευρώπη θα αναμετρηθεί με τα διαχρόνικα αδιέξοδα μιας αντίληψης της «ενοποίησης» που αδιαφόρησε για την πραγματική ευημερία.

Παναγιώτης Σωτήρης

in.gr