Ψηφιακός χάρτης: μια υποκειμενική ανάγνωση του δημόσιου χώρου

116

  

Σήμερα, η διάδοση των νέων μέσων έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο κινούμαστε και αλληλεπιδρούμε με τον αστικό χώρο. Το αστικό περιβάλλον, που ανέκαθεν αποτελούσε πεδίο δράσης δυνάμεων και εμπειριών, πλέον εμπλουτίζεται με πληροφορίες που παλαιότερα θα ήταν αδύνατο τόσο να συλλεχθούν όσο και να διαμοιραστούν.

Ο χώρος δεν περιορίζεται στην υλική του υπόσταση, αλλά αποκτά μια δεύτερη ψηφιακή ταυτότητα, που είναι πλέον στα χέρια κάθε χρήστη, διαθέσιμη προς οποιαδήποτε κατανάλωση και πολλές φορές μορφοποίηση. Θέλοντας να διερευνήσουμε την νέα αυτή πραγματικότητα, και προκειμένου να προσεγγίσουμε την πολύπλοκη δομή της πόλης του 21ου αιώνα, επιχειρούμε μια ανάλυση του αστικού τοπίου αντίστοιχη με αυτή ενός παλίμψηστου. Με άλλα λόγια, αντιμετωπίζουμε τη σημερινή της δομή ως ένα σύνολο σχεδιαστικών φάσεων που εμφανίζονται με τη μορφή στρωμάτων και επικεντρωνόμαστε στο τελευταίο στρώμα, αυτό της ψηφιακής πληροφορίας.

Στη συνέχεια, εστιάζουμε στην ανάλυση των μέσων επικοινωνίας δι’ εντοπισμού ή αλλιώς των locative media, καθώς θεωρούμε καθοριστική την επίδρασή τους στην νέα αυτή συνθήκη, για να οδηγηθούμε κατά συνέπεια, στον σύγχρονο ψηφιακό χάρτη ως βασικό εργαλείο αυτών των τεχνολογιών. Μέσω της έρευνας γύρω από το ζήτημα, παρατηρούμε πως  τα locative media μετατρέπουν την ανάγνωση του δημόσιου αστικού χώρου σε μια αυτοαναφορική διαδικασία, καθώς τοποθετούν στον χάρτη το ίδιο το άτομο, με την μορφή ψηφιακού στίγματος. Έτσι, ο χώρος αναπτύσσεται με επίκεντρο την τοποθεσία του χρήστη και τα πάντα υπολογίζονται με σημείο αναφοράς τον ίδιο.

Εστιάζοντας λοιπόν στον σύγχρονο ψηφιακό χάρτη, παρατηρούμε πως ο χρήστης έχει την δυνατότητα να τον εμπλουτίζει με προσωπική πληροφορία, να τον προσαρμόζει στις ανάγκες του, και να οπτικοποιεί την χωρική πραγματικότητα με τον δικό του υποκειμενικό τρόπο. Παράλληλα, η χρήση των locative media προσφέρει μια επαυξημένη εμπειρία του χώρου, καθώς μέσω αυτής, οι τόποι και τα αντικείμενα αποκτούν ένα επιπλέον στρώμα ψηφιακής πληροφορίας, που επιτρέπει την επισήμανση, τον σχολιασμό και την χαρτογράφηση.

  Συμπερασματικά, η έρευνα γύρω από το εν λόγω θέμα, αναδεικνύει μια αυξανόμενη τάση εξατομίκευσης της αστικής εμπειρίας αλλά και της άλλοτε αντικειμενικής απεικόνισης της πόλης, όπως συνέβαινε στην περίπτωση του αναλογικού χάρτη, αποκαλύπτοντας τα πολλαπλά της πρόσωπα, που είναι τόσα όσα και οι άνθρωποι που την κατοικούν.

1. Εισαγωγή

Η παρούσα εισήγηση διερευνά τον τρόπο με τον οποίο τα νέα μέσα επικοινωνίας και η ψηφιακή πληροφορία που διαδίδεται μέσω αυτών, επαναπροσδιορίζουν την έννοια του χάρτη ως μέσου ανάγνωσης του αστικού χώρου, και συνεπώς μεταβάλλουν την αστική εμπειρία στις σύγχρονες πόλεις.

Επιχειρώντας μια ανάλυση της πολύπλοκης μορφής της πόλης του 21ου αιώνα, και κυρίως, το πώς αυτή ξεκίνησε να μετασχηματίζεται από τη στιγμή που άρχισαν να εμφανίζονται ψηφιακά δεδομένα και συνδέσεις, οδηγούμαστε σε ορισμένες παρατηρήσεις: το αστικό τοπίο, όπως το γνωρίζουμε, δεν είναι μια στατική και αυθύπαρκτη δομή, αλλά αποτελεί ένα αμάλγαμα όλων των προηγούμενων ιστορικών, κοινωνικών και σχεδιαστικών φάσεων. Αναμφίβολα, το αποτέλεσμα των φάσεων αυτών είναι οι υλικές και άυλες δομές και ατμόσφαιρες που συνθέτουν τη συνολική αστική εμπειρία. Θεωρούμε λοιπόν, την σύγχρονη πόλη ως ένα σύνολο από layers που έχουν επικαθίσει το ένα επάνω στο άλλο και συνολικά συνθέτουν τη σημερινή της δομή, γεγονός το οποίο μας επιτρέπει να τη μελετήσουμε με τρόπο που θα μελετούσαμε και ένα παλίμψηστο.

Η έννοια του παλίμψηστου όπως αυτή ορίστηκε από τον Genette περιγράφει την επανεγγραφή μεμονωμένων κειμένων πάνω στην ίδια βάση (Genette, 1982). Σε ένα παλίμψηστο, οι τελευταίες καταγραφές επιτρέπουν την ανάγνωση των προηγούμενων μέσα από τα ίχνη τους, κι έτσι ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει μια σειρά από ταυτόχρονες αναγνώσεις διαφορετικών γεγονότων και φάσεων. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι οι πόλεις θα μπορούσαν να μελετηθούν μέσα από τη θεωρία του παλίμψηστου, καθώς η πολυεπίπεδη σύγχρονη δομή τους αναδύεται, ως ένα σύνολο από ίχνη που κάθε φάση αφήνει πίσω της με τη μορφή στρωμάτων (layers).

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα νέο στρώμα, αυτό της ψηφιακής πληροφορίας, που είναι ικανό να ανασυνθέσει την εμπειρία στη σύγχρονη πόλη, καθώς εισάγει μια υβριδική κατάσταση: το φυσικό και το ψηφιακό επίπεδο συνυπάρχουν και η αστική εμπειρία επαυξάνεται με τρόπο που δεν έχουμε ξανασυναντήσει στο παρελθόν. Οι στιγμές, οι ιστορίες και οι εμπειρίες της καθημερινής ζωής πλέον είναι δυνατό να διαμοιραστούν μέσω των ψηφιακών μέσων επικοινωνίας, με την ταυτόχρονη επισήμανση των τοποθεσιών στις οποίες λαμβάνουν χώρα. Συνεπώς, οι τόποι και τα αντικείμενα αποκτούν ένα επιπλέον στρώμα ψηφιακής πληροφορίας, που επιτρέπει την επισήμανση, την χαρτογράφηση, ακόμα και το παιχνίδι, ενώ ο πραγματικός χώρος παραμένει ανέγγιχτος.

Με άλλα λόγια, στην διάδραση με τον φυσικό χώρο, τώρα προστίθεται το layer της ψηφιακής πληροφορίας, στο οποίο ο καθένας μπορεί να έχει πρόσβαση, προσθέτοντας ή τροποποιώντας τα δεδομένα και διαδρώντας μέσω αυτού με άλλους χρήστες. Προκειμένου να διερευνήσουμε την νέα πραγματικότητα, και τον τρόπο με τον οποίο αυτή αποτυπώνεται στον σύγχρονο ψηφιακό χάρτη, αρχικά σταθήκαμε στην ανάλυση των μέσων που χρησιμοποιούν τεχνολογίες εντοπισμού θέσης, τα οποία ονομάζονται μέσα επικοινωνίας δι’ εντοπισμού, ή αλλιώς locative media.

2. Η τοποθεσία ως μέσο επικοινωνίας

Η διάδοση των locative media στις καθημερινές δραστηριότητες των χρηστών, αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως μια νέα συνθήκη, η οποία δύναται να αναζωογονήσει την εμπειρία στον αστικό χώρο, ζωντανεύοντας την κοινωνική αλληλεπίδραση στον δημόσιο χώρο της πόλης. O Russell, στο έργο του Headmap Manifesto, περιγράφει τα locative media ως έναν νέο τόπο για συζητήσεις περί της σχέσης συνείδησης του τόπου και των ανθρώπων.[…] Ένα πλαίσιο μέσα από το οποίο εξερευνούμε νέα και παλιά μοντέλα επικοινωνίας, κοινότητας και ανταλλαγής (Russell, 1999).

Η τεχνολογία των locative media προέκυψε σταδιακά μέσω της σύγκλισης των τεχνολογιών κινητής τηλεπικοινωνίας, των φορητών και φορετών υπολογιστών (wearable computing), των ασύρματων δικτύων και των ψηφιακών μέσων. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ιδέα του συσχετισμού της ψηφιακής πληροφορίας με πραγματικούς τόπους, συντέλεσαν στην διάδοση της τεχνολογίας αυτής. (Χαρίτος, 2007). Ο όρος locative media χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Karlis Kalnins το 2002, για να περιγράψει μια κατηγορία από projects, προερχόμενα από μια ερευνητική ομάδα καλλιτεχνών που πειραματιζόταν με τις νέες τεχνολογίες, τo Locative Media Lab (Galloway & Ward, 2005). Οι πειραματισμοί της ομάδας αυτής εγκαινίασαν ένα νέο είδος τέχνης που έγινε γνωστό ως locative art.

Ωστόσο τα locative media, δεν αποτελούν μόνο μια μορφή τέχνης αλλά πλέον γνωρίζουν ευρεία εφαρμογή στα μέσα επικοινωνίας, μεταβάλλοντας τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα βιώνουν και αλληλεπιδρούν με τον χώρο, διανοίγοντας νέα πλαίσια χωρικών πρακτικών. Σε μια προσπάθεια ορισμού της έννοιας, οι Galloway και Ward (2005), χρησιμοποιούν ένα απόσπασμα από το On the Line, των Deleuze και Guattari, οι οποίοι περιγράφουν τον χάρτη ως ανοιχτό, δυνάμενο να συνδεθεί σε όλες τις διαστάσεις του, και ικανό να αποσυναρμολογηθεί. Είναι αναστρέψιμος και επιδέχεται συνεχή τροποποίηση. Μπορεί να αντιστραφεί, να προσαρμοστεί σε κάθε είδους μοντάζ, να κρατηθεί από ένα άτομο, μια ομάδα ή από έναν κοινωνικό μηχανισμό. Μπορεί να σχεδιαστεί σε έναν τοίχο, να θεωρηθεί έργο τέχνης, να δομηθεί ως μια πολιτική πράξη ή ένας διαλογισμός.

Εντοπίζοντας τις ομοιότητες που παρουσιάζει η παραπάνω περιγραφή με τη χρήση των locative media, γίνεται κατανοητό πως, η διάδοση των μέσων αυτών, επιτρέπει μια πληθώρα νέων δυνατοτήτων που αλλάζουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα διαβάζουν τον δημόσιο χώρο και αλληλεπιδρούν με αυτόν. Η νέα αυτή συνθήκη, είναι δυνατό να απεικονιστεί στο βασικό εργαλείο που χρησιμοποιούν τα locative media, τον ψηφιακό χάρτη.

3. Ο χάρτης στην εποχή της ψηφιακής πληροφορίας

Η εμφάνιση των locative media, επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα του χάρτη, καθώς αυτός καθίσταται βασικό εργαλείο της ανάπτυξης των νέων αυτών μέσων επικοινωνίας. Μέσω του χάρτη, οπτικοποιούνται τα δεδομένα και οι πληροφορίες που παράγονται και διακινούνται με την χρήση των locative media, βοηθώντας στην κατανόησή τους από τον άνθρωπο. Έτσι ο χάρτης μετατρέπεται σε αναπαραστατικό εργαλείο όλων των διαμεσολαβημένων διεργασιών που λαμβάνουν χώρα μέσω των locative media και εμπλουτίζεται με νέες δυνατότητες, προσφέροντας στον χρήστη περισσότερη ελευθερία διάδρασης και συσχέτισης με τον χώρο.

3.1 Από το καθολικό στο εξατομικευμένο

Λαμβάνοντας υπόψιν την ανάλυση του McLuhan για την εξέλιξη των μορφών επικοινωνίας, καθίσταται σαφές ότι πλέον βρισκόμαστε στην μετα-αλφαβητική εποχή, αυτή της ηλεκτρονικής ροής πληροφοριών. Όπως ο ίδιος αναφέρει, ζούμε σήμερα στην εποχή της πληροφορίας και της επικοινωνίας, καθώς τα μέσα δημιουργούν άμεσα και συνεχώς ένα ολόκληρο πεδίο διαδραστικών γεγονότων, στο οποίο συμμετέχουν όλοι οι άνθρωποι (Mcluhan, 1964). Στη μετα-αλφαβητική περίοδο, η γνώση γίνεται κτήμα των πολλών και τεράστια ποσά πληροφορίας είναι διαθέσιμα σε όλους τους χρήστες, προς κατανάλωση και επεξεργασία. Παράλληλα, η πληροφορία που διακινείται δεν φιλτράρεται από κάποια αρχή, παρά μόνον από το κάθε άτομο ξεχωριστά, κι έτσι εμπίπτει στην προσωπική ερμηνεία της τόσο από τον πομπό όσο και τον δέκτη. Συνεπώς, η υποκειμενικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την αντίληψη του χώρου και την συσχέτιση με αυτόν (Mantzou, 2015).

Στην ίδια λογική, αυτό που αξίζει να μελετηθεί σε σχέση με τον σύγχρονο ψηφιακό χάρτη, είναι η τάση εξατομίκευσης της άλλοτε αντικειμενικής απεικόνισης του χώρου. Αυτό επιτυγχάνεται αφενός μέσα από μια σειρά τεχνολογιών, όπως το GPS και το GIS, και αφετέρου μέσω της δυνατότητας δημιουργίας προσωπικών χαρτών.

Αρχικά, με την εφαρμογή συστημάτων εντοπισμού θέσης, όπως το GPS, στις φορητές συσκευές, ο χαρτογραφημένος χώρος αναπτύσσεται με επίκεντρο το ψηφιακό στίγμα του χρήστη, δηλαδή την εκάστοτε τοποθεσία του. Έτσι, ο χρήστης τοποθετείται στον χάρτη και η ανάγνωση του χώρου μετατρέπεται σε μια αυτοαναφορική διαδικασία. Παράλληλα, ο χάρτης προσωπικοποιείται, καθώς έχει την δυνατότητα να προσαρμόζεται στιγμιαία στις αναζητήσεις του χρήστη και να του προτείνει όλο και πιο εξατομικευμένες διαδρομές και μέρη για να επισκεφτεί. Ακόμη, η εισαγωγή της τεχνολογίας GIS, παρέχει μια πληθώρα γεωγραφικών και χωρικών πληροφοριών, που οργανώνονται σε στρώματα (layers) ανά κατηγορία, από τα οποία ο χρήστης είναι σε θέση να επιλέξει ποια θέλει να εμφανίζονται, δημιουργώντας κάθε φορά διαφορετικούς εξειδικευμένους χάρτες. Τέλος, με την χρήση των προσωπικών χαρτών, κάθε χρήστης έχει την δυνατότητα να οπτικοποιήσει την χωρική πραγματικότητα με τον δικό του προσωπικό τρόπο, καθώς σε αυτούς αποτυπώνονται οι διαδρομές και οι τόποι όπου το κάθε άτομο δραστηριοποιείται και με τους οποίους συσχετίζεται.

3.2 Bottom-up χαρτογράφηση

Στον μετα-αλφαβητικό χάρτη, το ενδιαφέρον στρέφεται στην προσωπική, υποκειμενική αντίληψη του χώρου. Ως αποτέλεσμα, ο κάθε χρήστης μπορεί να προσθέτει τις δικές του πληροφορίες, μέσω του σχολιασμού, της επισήμανσης ή της κοινοποίησης, μετατρέποντας τη χαρτογράφηση από μία top-down σε μια bottom-up, συλλογική διαδικασία.

Πιο συγκεκριμένα, με την ανάπτυξη του Web 2.0 και την διάδοση των συστημάτων εντοπισμού θέσης, οι δραστηριότητες των χρηστών στις εφαρμογές κοινωνικών δικτύων επισημαίνονται πλέον με γεωγραφικές συντεταγμένες. Οι εφαρμογές αυτές επιτρέπουν την επισήμανση της τοποθεσίας του χρήστη σε πραγματικό χρόνο, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή λειτουργία των κοινωνικών δικτύων (Keijl, Klaassen & Op den Akker, 2013), και τα δεδομένα που παράγονται μπορούν εύκολα να ανακτηθούν και να χαρτογραφηθούν. Με αυτό τον τρόπο, όλο και περισσότεροι χρήστες συμβάλλουν στην συλλογική παραγωγή της χωρικής γνώσης, είτε εκούσια (Volunteered Geographic Information) (Goodchild, 2007), είτε ακούσια (Involunteered Geographic Information) (Fischer, 2012). Γίνεται λοιπόν κατανοητό πως, στην σύγχρονη ψηφιακή εποχή, η χαρτογράφηση μετατρέπεται σε μια πολυσυλλεκτική διαδικασία, που προκύπτει από τις καθημερινές δραστηριότητες των χρηστών στις εφαρμογές κοινωνικών δικτύων.

Σχετικά με αυτή την πρακτική, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έννοια του prosumer, όπως ορίστηκε από τους Ritzer & Jurgenson (2010). Εξετάζοντας τις σύγχρονες πρακτικές χαρτογράφησης και τις αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο συλλέγονται και παράγονται πλέον τα γεωγραφικά δεδομένα, εισάγουν την έννοια του prosumer, η οποία προκύπτει από τον συνδυασμό των λέξεων producer και consumer. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι οι παραγωγοί πολλών από τα όσα υπάρχουν στο Web 2.0 είναι ταυτόχρονα και οι καταναλωτές αυτού που παράγεται, και συνεπώς υπάρχει μια ροϊκή σχέση μεταξύ παραγωγής/ κατανάλωσης και παραγωγών/ καταναλωτών.

Όσον αφορά στο θέμα της χαρτογράφησης, οι χρήστες, επωφελούμενοι των δυνατοτήτων που προσφέρονται από τις online χαρτογραφικές εφαρμογές, γίνονται όλο και περισσότερο “prosumers” εξειδικευμένων χαρτών. Αντί να βασίζονται σε ήδη έτοιμους χάρτες, όπως άτλαντες ή έντυπους οδικούς χάρτες, οι “prosumers” δημιουργούν προσωποποιημένους χάρτες (personalized maps) επιλέγοντας οι ίδιοι το πλαίσιο, την κλίμακα, ακόμα και το περιεχόμενό τους (Ritzer & Jurgenson, 2010).

Ως αποτέλεσμα, τα νέα αυτά εργαλεία προσφέρουν τη δυνατότητα να διαμορφωθεί μια συλλογική μνήμη στην οποία καθημερινοί πολίτες ενσωματώνουν την κοινωνική γνώση στο νέο τοπίο της πόλης (Lane, 2006). Αυτή η κοινωνική γνώση αφορά πλέον και αυτό που συμβαίνει μέσα ή κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, αποκαλύπτοντας τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης του δημόσιου χώρου.

Με βάση την παραπάνω ανάλυση, γίνεται σαφές πως ο σύγχρονος ψηφιακός χάρτης, σε αντίθεση με τον αναλογικό, δεν αναπαριστά μόνο την μορφή και την οργάνωση των στοιχείων που απαρτίζουν τον χώρο, αλλά αποκαλύπτει την ταυτότητα κάθε τόπου και τις εμπειρίες που παράγονται σε αυτόν. Παράλληλα, οι νέες τεχνολογίες που εισάγονται τείνουν να εξατομικεύσουν την χωρική εμπειρία και συνεπώς την εικόνα που έχει ο καθένας για την πόλη στην οποία κινείται, καθώς προτείνουν έναν εναλλακτικό τρόπο ανάγνωσης της πόλης, ο οποίος κατά κύριο λόγο είναι επικεντρωμένος στον χρήστη. Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι, οι νέες συνθήκες στις οποίες μας εισάγει το layer της ψηφιακής πληροφορίας, μεταβάλλουν ριζικά την αστική εμπειρία και αναδιαμορφώνουν τις σχέσεις των ατόμων με τον δημόσιο χώρο.

4. Η μεταβολή της αστικής εμπειρίας

Προκειμένου να διερευνήσουμε τις μεταβολές που επιφέρει η χρήση των locative media στον τρόπο με τον οποίο τα άτομα βιώνουν τον αστικό χώρο και συσχετίζονται με αυτόν, σταθήκαμε στην προσέγγιση του Marc Augé (1999) για τους μη-τόπους των μεγαλουπόλεων. Ο Augé υποστηρίζει ότι ένας τόπος, για να οριστεί ως τέτοιος, πρέπει να συγκεντρώνει τρία βασικά χαρακτηριστικά, αυτά της σχέσης, της ιστορίας και της ταυτότητας. Για τον χώρο που δεν παρουσιάζει αυτά τα χαρακτηριστικά, ο Augé χρησιμοποιεί τον όρο “μη-τόπος”. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι σύγχρονες μετα- βιομηχανικές πόλεις χαρακτηρίζονται από την δημιουργία μη- τόπων, δηλαδή χώρων που στερούνται ταυτότητας, ιστορίας και συσχέτισης με την πόλη και τους κατοίκους της.

Ενεργώντας σε ψηφιακά επαυξημένα περιβάλλοντα, το άτομο βιώνει τον χώρο και την έννοια της παρουσίας με τρόπο ασταθή και συνεχώς μεταβαλλόμενο. Άλλοτε βρίσκεται στο φυσικό χώρο και αλληλεπιδρά με αυτόν, άλλοτε τοποθετείται σε ένα ηλεκτρονικά διαμεσολαβημένο περιβάλλον, αλληλεπιδρώντας με την εκάστοτε διεπαφή (interface) και άλλοτε βρίσκεται σε ένα φαντασιακό περιβάλλον το οποίο δομείται από τις προσωπικές νοητικές εικόνες του ίδιου (Biocca & Kim, 1997). Όπως αναφέρει ο Castells (1996), κινούμαστε φυσικά, ενώ διατηρούμε μια σταθερή σχέση με τις ηλεκτρονικές μας συνδέσεις. Μεταφέρουμε μαζί μας ροές, ενώ κινούμαστε διαμέσου τόπων. Συνεπώς, η παραγόμενη εμπειρία του χώρου καθίσταται υβριδική, καθώς το φυσικό και το ψηφιακό περιβάλλον εναλλάσσονται διαρκώς, δομώντας μια πολυπαραμετρική πραγματικότητα.

Με την χρήση των locative media, και κατ’ επέκταση του ψηφιακού χάρτη, τα δεδομένα και οι πληροφορίες ενός τόπου εντοπίζονται στο ψηφιακό επίπεδο πληροφορίας, επαυξάνοντας την εμπειρία και την διάδραση με τον χώρο. Τα άτομα μπορούν να έχουν άμεση πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, σε πραγματικό χρόνο, να τις εμπλουτίζουν και να τις αξιολογούν, αφήνοντας αόρατες σημειώσεις σε πραγματικούς τόπους. (Russell, 1999) Ο Russell αναφέρει πως εκείνο που ήταν άλλοτε μοναδικό προνόμιο των αρχιτεκτόνων, των μηχανικών και των οικοδόμων, γίνεται αντικείμενο ενασχόλησης για τον οποιονδήποτε: η ικανότητα να διαμορφώνεις και να οργανώνεις τον πραγματικό κόσμο και τον πραγματικό χώρο […] Οτιδήποτε στον πραγματικό κόσμο επισημαίνεται, κωδικοποιείται και χαρτογραφείται. Τα πάντα επικαλύπτονται από ένα εντελώς νέο, αόρατο στρώμα σχολιασμού. Με τον τρόπο αυτό, αναπτύσσεται μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ των ατόμων και του χώρου, με τον τελευταίο να μετατρέπεται σε βιωμένο τόπο και να αποτελεί μια αναφορά για το κάθε άτομο χωριστά.

5. Συμπεράσματα

Στο ψηφιακό επίπεδο πληροφορίας οι ατομικές αφηγήσεις του καθενός, οι οποίες συνθέτουν τον τόπο, γίνονται κτήμα των πολλών, καθώς τα ηλεκτρονικά μέσα μεταδίδουν την πληροφορία και την εμπειρία από οπουδήποτε, παντού. Μέσω της αλληλοεπικάλυψης των προσωπικών ιστοριών, των αφηγήσεων και των σχολίων, που εντοπίζονται σε κάθε τοποθεσία, παράγεται εκ νέου ο χώρος και οι συσχετίσεις των ατόμων με αυτόν. Έτσι, μπορεί να θεωρηθεί πως τα locative media αποτελούν ένα μέσο παραγωγής βιωμένου χώρου, το οποίο είναι ικανό να επανανοηματοδοτήσει χώρους χωρίς ταυτότητα, δηλαδή τους μη-τόπους της πόλης.

Συμπεραίνοντας, η διαδεδομένη χρήση των μέσων αυτών έχει μεταβάλλει σημαντικά τον τρόπο ανάγνωσης και εμπειρίας του αστικού τοπίου, με τρόπο που είναι περισσότερο από ποτέ ατομοκεντρικός και υποκειμενικός. Ο κοινωνιολόγος Mike Michael (2011) έχει περιγράψει την εν λόγω πολύπλοκη κοινωνικότητα και χωρικότητα ως μια ατέρμονη αποκάλυψη, όπου οι νέες τεχνολογίες περισσότερο αποκαλύπτουν παρά απομονώνουν τους τόπους και τις δραστηριότητες.

Έτσι, μέσω των νέων τεχνολογιών, οι χώροι της πόλης και οι κοινωνικές συμπεριφορές αποκτούν περισσότερη εκφραστικότητα και νόημα, καθώς μπορούν να δημιουργήσουν στα άτομα, την αίσθηση της συνύπαρξης, του “ανήκειν”, και αυτή του τόπου, ως βιωμένου χώρου. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με την άποψη πως τα νέα τεχνολογικά μέσα απομονώνουν όλο και περισσότερο τον άνθρωπο από το περιβάλλον του, ο νέος επαυξημένος χώρος της πόλης γίνεται όλο και περισσότερο διαδραστικός, παράγοντας νέες χωρικές σχέσεις αποκαλύπτοντας τα πολλαπλά της πρόσωπα, που είναι τόσα όσα και οι άνθρωποι που την κατοικούν.

Μ. Κυπαρισσίου, Α. Ψωμά

teetkm.gr